Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

"Κόκκινη Αμερική": Από την έφοδο στον ουρανό, στο δρόμο της ευημερίας


Η μεγάλη περιπέτεια της ριζοσπαστικοποίησης Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ από το 1900 ως το 1950, στην «Κόκκινη Αμερική» του Κωστή Καρπόζηλου, ένα υποδειγματικό βιβλίο ιστορίας με πολλαπλές αναγνώσεις


Ένα από τα εκδοτικά γεγονότα της χρονιάς που φεύγει είναι το βιβλίο του Κωστή Καρπόζηλου «Κόκκινη Αμερική, Έλληνες μετανάστες και το όραμα του Νέου Κόσμου, 1900- 1950» από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. 
Είναι ανεπιφύλακτα μία σημαντική παρέμβαση στην έρευνα της ελληνικής μετανάστευσης, μία ολοκληρωμένη εργασία πάνω στη σχέση των μεταναστών στις ΗΠΑ με τις ιδέες του σοσιαλισμού, ένα βιβλίο συνεισφορά ευρύτερα στην ελληνική ιστοριογραφία και ειδικότερα στην ιστορία των πολιτικών ιδεών τον 20ο αιώνα.
Το γεγονός ότι προέρχεται από έναν νέο ιστορικό, με αξιόλογες σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, Διευθυντή σήμερα των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) και μεγαλωμένο στην πόλη μας, κάνουν αυτό το βιβλίο ακόμα πιο ενδιαφέρον για τους Γιαννιώτες αναγνώστες και αναγνώστριες.

Μία μεγάλη διαδρομή

Κατά τη δεκαετία του ’90 στην Ελλάδα έρευνες και δημοσιογραφικά άρθρα, ανέδειξαν τη ρατσιστική αντιμετώπιση που συνάντησαν πολλοί Έλληνες μετανάστες στην Αμερική πριν από τον πόλεμο. Οι αποκαλύψεις αυτές αντιμετωπίστηκαν από κάποιες πλευρές ως υπερβολικές ή αναξιόπιστες, προβάλλοντας ως αντίθεση την εικόνα του καταξιωμένου στην αμερικανική κοινωνία Έλληνα που ήκμασε και έφτασε ψηλά. Ισχύει όντως αυτή η εικόνα,  κυρίως όμως μετά τον πόλεμο σε μία πολύ διαφορετική περίοδο, οικονομικά και κοινωνικά. Τι έγινε όμως πριν από αυτήν την περίοδο με το πρότυπο του πετυχημένου μετανάστη που έστελνε εμβάσματα και έκανε ευεργεσίες στο χωριό καταγωγής του;
Ο Κ. Καρπόζηλος δεν θέλει να γράψει μία συνολική ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης, αν και είναι φανερό από τα στοιχεία που παραθέτει, ότι τη γνωρίζει καλά. Εστιάζει σε εκείνους τους μετανάστες που επιλέγουν την περιπέτεια του συνδικαλισμού, των σοσιαλιστικών ιδεών, του ριζοσπαστισμού. Τους «κόκκινους», όπως θα τους ήθελε μία πολιτική χαρτογράφηση αποδεκτή ως ένα βαθμό και σήμερα.
Η αφετηρία της «Κόκκινης Αμερικής», όπως την αναφέρει από την εισαγωγή, βρίσκεται «στα αξεδιάλυτα νοήματα που συνδέουν τον οραματισμό ενός Νέου Κόσμου με τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές πραγματικότητες των Ηνωμένων Πολιτειών».
Ο Νέος Κόσμος που ταυτίζεται σταδιακά με την ακμάζουσα χώρα των ΗΠΑ, ο οραματισμός ενός καλύτερου μέλλοντος για όλους, είναι κι ένα στοιχείο τομής που συμπυκνώνει ετερογενείς δυνάμεις οι οποίες και αποτελούν ήδη από τον 19ο αιώνα αυτή τη μεγάλη προσπάθεια που καταλήγει σε αυτό που μάθαμε να αποκαλούμε «Αμερική». Κυρίαρχο τμήμα αυτής της προσπάθειας είναι οι μετανάστες που καταφτάνουν από την Ευρώπη κι όλο τον κόσμο.
Από το 1890 ως το 1924, 500 χιλιάδες Έλληνες θα φτάσουν στην Αμερική αντιδρώντας στην ανέχεια και τη φτώχεια που άφηναν πίσω τους οι οικονομικές κρίσεις στον τόπο τους, τα κοινωνικά αδιέξοδα ή η αδυναμία των κρατικών μηχανισμών που τους θυμούνταν μόνο όταν ήταν να τους στρατεύσει υποχρεωτικά σε αέναους πολέμους. Στόχος τους, τι άλλο, η εύρεση εργασίας. 
Οι μετανάστες ειδικά από την Ελλάδα και την Οθωμανική αυτοκρατορία που φτάνουν στις ΗΠΑ δεν έχουν εμπειρίες από σοσιαλιστική ή συνδικαλιστική δράση. Αντίθετα, μετανάστες από άλλες ευρωπαϊκές χώρες με βιομηχανική παραγωγή ή ευρύτερη ανάπτυξη των ιδεών του σοσιαλισμού, έχουν εμπειρίες συλλογικής οργάνωσης και δράσης.
Πώς αυτοί οι Έλληνες, με εμπειρίες συχνά μόνο από την ύπαιθρο και τις αγροτικές δουλειές, έρχονται σε επαφή με τον σοσιαλισμό; Το ότι έρχονται σε επαφή πάντως είναι βέβαιο, έστω για κάποια τμήματα του συνολικού πληθυσμού. Και κλειδί γι’ αυτό είναι ότι μπαίνουν στο χώρο της εργασίας, γίνονται εργάτες σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες και εργασίες που απαιτούσαν πολύ προσωπικό (κατασκευές, ορυχεία κλπ).
Ο μεταναστευτικός ριζοσπαστισμός στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, δικτυώνεται με σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές εκδόσεις, εφημερίδες και περιοδικά, οργανώσεις σε σύνδεση με πολιτικούς φορείς της αμερικάνικης αριστεράς, πολυεθνικά εργατικά συνδικάτα.
Χαρακτηριστική είναι η διαδρομή 40 χρόνων των ελληνικών εφημερίδων που εκφράζουν αυτό το πολιτικό φορτίο της Αριστεράς από το 1918 ως το 1956 (Η Φωνή του Εργάτου, το Εμπρός κ.α).
Κι εδώ έρχεται και μία κύρια απάντηση στο βιβλίο. Μελετώντας τον ελληνικό ριζοσπαστισμό των μεταναστών αναδεικνύεται και η πολιτικοποίηση στην Αριστερά στην όποια μορφή της κι αν επιλέγεται, ως μία διακριτή εκδοχή εξαμερικανισμού. Ο συνδικαλισμός, η ζύμωση σε πολιτικές ιδέες, ο ακτιβισμός είναι και μία πορεία των μεταναστών προς μία νέα ταυτότητα, ατομική και συλλογική, ταυτότητα που ταιριάζει με ό,τι συμβαίνει γύρω τους και ανατροφοδοτεί νέους δρόμους επικοινωνίας.
Παράλληλα πάντως, οι Έλληνες μετανάστες διατηρούν αρχικά, ακόμα το ενδιαφέρον τους για τις εξελίξεις στην Ελλάδα, βλέπουν δηλαδή ταυτόχρονα προς τα εμπρός και προς τα πίσω, έχοντας ως όχημα την αριστερή στράτευση και το ενδιαφέρον τους για την πολιτική του καιρού τους.
Η ιστορική διαδρομή θα είναι ταχύτατη, οι εξελίξεις ραγδαίες και μέσα σε αυτές αλλάζουν και οι ίδιοι. Δύο μεγάλοι πόλεμοι, η Μεγάλη Ύφεση, η εκτόξευση της εκβιομηχάνισης. Τι έζησαν και οι μετανάστες εκείνοι! Κι όμως πολλοί τα κατάφεραν, οι ίδιοι ή τα παιδιά τους. Οι Έλληνες μετά τον πόλεμο ξεχωρίζουν μέσα στην κοινωνία, για να φτάσουν ως τις μέρες μας να διεκδικήσουν ως και τον προεδρικό θώκο των ΗΠΑ με έναν υποψήφιο με καταγωγή μάλιστα από την Ήπειρο. 
Η Αμερική στη δεκαετία του ’50, ικανοποιεί βασικές ανάγκες των εργαζομένων για ατομική ευημερία και ανέλιξη (σταθερή εργασία και μισθός, σπουδές για τα παιδιά, σπίτι στα προάστια). Μοιάζει έτσι να ικανοποιεί και πολλές από τις αναζητήσεις του Μεσοπολέμου, τότε που η Μεγάλη Κρίση τροφοδοτούσε και τον εργατικό ριζοσπαστισμό. Η μνήμη εκείνης της φτώχειας, έρχεται και συμπληρώνει τη συμφωνία σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Κάτι παρόμοιο συνέβη, άλλωστε και στη Δυτική Ευρώπη μετά τον πόλεμο, διαμορφώνοντας και μία νέα αριστερά που αποδέχεται πλέον ως δεδομένη την κοινωνική και πολιτική σταθερότητα και την οικονομική πρόοδο.
Απέτυχε συνεπώς το προπολεμικό ριζοσπαστικό κίνημα; Εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι απέτυχε. Το όραμα όμως για μία καλύτερη ζωή, το όραμα που πυροδότησε την επαναστατική σκέψη και πράξη στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα,  εμφανίζεται αραιά και που και σήμερα, ως ένα έκκεντρο σχόλιο ενός σιωπηρού χάους που αφήνει πίσω της η απελευθέρωση των κεφαλαίων και η μετατροπή των ατομικών υποκειμένων σε μαζικούς καταναλωτές. Πολλοί κύκλοι έκλεισαν για πάντα, κάποιοι ίσως να είναι ακόμα ανοιχτοί.
Αλλά ας επιστρέψουμε στο βιβλίο, το οποίο είναι κι αυτό που μας προκαλεί αυτές τις επάλληλες, κυκλικές σκέψεις και μας συνδέει με πολλές άλλες ιστορίες και μεγάλες ή μικρές υποθέσεις που χαρακτήρισαν αυτόν τον σπουδαίο 20ο αιώνα.

Μάχες, όραμα και ευημερία 

Η σφαγή των εξεγερμένων εργατών που ζούσαν στην απόλυτη εξαθλίωση, το  1914 στο Λάντλοου από την εθνοφρουρά του Κολοράντο και η εμβληματική παρουσία του Έλληνα Λούη Τίκα, ηγέτη της απεργιακής κινητοποίησης στα ορυχεία, μοιάζει ως ένα κατάλληλο  σημείο έναρξης για να πιάσει κανείς το νήμα της ιστορίας. Ένας Έλληνας μετανάστης θα γράψει στα αγγλικά, τον Αύγουστο αυτής της χρονιάς στο σημαντικότερο περιοδικό της αμερικάνικης αριστεράς για τη σχέση του καπιταλισμού και τη δολοφονική καταστολή εκείνης της απεργίας, δείχνοντας και τα άλματα που κάνει η συνείδηση μέσα σε καταστάσεις βίαιας ωρίμανσης, ατομικής και συλλογικής. Τον Λούη Τίκα τον ανακαλύψαμε μάλλον αργά στην Ελλάδα, αλλά τα τελευταία χρόνια προκαλεί ευρύτερο ενδιαφέρον ο ιστορικός του ρόλος. Ένας Έλληνας, ήρωας του αμερικανικού εργατικού κινήματος, σύμβολο και για μία διαφορετική διαδρομή του μεταναστευτικού κύματος από όσες γνωρίζαμε.
Τα πρώτα μαχητικά χρόνια (1912- 1914) με όσμωση παράλληλα με τις σοσιαλιστικές οργανώσεις της αμερικάνικης αριστεράς, τα δίκτυα με τις ζυμώσεις στον ελληνικό σοσιαλισμό, η αλληλεγγύη μεταξύ των Ελλήνων εργατών, αναλύονται στο πρώτο κεφάλαιο («Ριζοσπάστες δύο κόσμων 1900 – 1921») με πολλές ιστορίες που θα τις χαρακτήριζε ο σημερινός αναγνώστης ακόμα και ως γοητευτικές. Γιατί αυτό που αποκαλύπτεται, είναι ότι ο Έλληνας μετανάστης δεν ήταν μία εικόνα, ένα είδωλο για να το κατηγοριοποιούμε εμείς σήμερα ανάλογα με τις προτιμήσεις μας, αλλά ένα ζωντανό, δρων υποκείμενο. Οι μετανάστες ζούσαν όπως μπορούσαν καλύτερα τη ζωή τους, πάλευαν γι’ αυτήν προσπαθώντας να προσαρμοστούν σε ένα νέο περιβάλλον, να γίνουν μέρος του.
Τα επόμενα κεφάλαια, «Το πρόβλημα της ταξισυνειδησίας 1921 – 1929» και «Κρίση και επανάσταση 1929- 1934» θα δείξουν ότι η περιπέτεια ποτέ δεν σταμάτησε και οι μορφές που έπαιρνε άλλαζαν συνέχεια.
Το 1924 λαμβάνονται κρατικά μέτρα που περιορίζουν την είσοδο νέων μεταναστών ενώ όλη αυτήν την περίοδο οι εργατικοί αγώνες καλούνται να απαντήσουν και σε πιο πολύπλοκα ερωτήματα από τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και μόνο. Το ερώτημα του εξαμερικανισμού των εργατών έρχεται και απαντά και στο πιο δύσκολο επίδικο, του  πόσο ενιαία μπορεί να είναι η στάση εργατών με διαφορετική εθνική καταγωγή. Αλλά υπάρχουν κι άλλα ερωτήματα όπως το αν η απάντηση στα οικονομικά προβλήματα θα πρέπει να είναι εθνική (να δουλέψουμε όλοι μαζί οι Έλληνες) ή ταξική (όλοι οι εργάτες έχουν τα ίδια προβλήματα) και μαζί με τις αντανακλάσεις από τις αλλαγές στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα με την παγίωση του ρόλου της Σοβιετικής Ένωσης, αυξάνουν τα διλήμματα, αλλά και τις επιλογές.
Και τα χρόνια περνάνε, με σημαντικούς όμως σταθμούς στη διαδρομή. 
Η σταδιακή ανάδειξη και προσαρμογή στην κρίση και τη Μεγάλη Ύφεση τα αλλάζει όλα. Κρίση στις ενδοκοινοτικές σχέσεις που δεν επαρκούν πια ως απάντηση στις προκλήσεις των καιρών, ρήξη με την πατρίδα που «κουρεύει» τις τραπεζικές καταθέσεις των μεταναστών, αλλά μοιάζει πια και πολύ μακριά, ανεργία, εξώσεις, αγώνες κι άλλοι αγώνες, αλλά και πολιτιστικές δράσεις, καλλιτεχνικές αναζητήσεις, μόρφωση, μεγάλα και μικρά θέματα στην  καθημερινότητα του μετανάστη, πολύπλοκη καθημερινότητα όπως ισχύει για όλους, όλες τις εποχές.
Αλλά και αυτοοργάνωση των κομμουνιστών που μπορούν να μετατρέπουν τα προβλήματα σε συλλογική διεκδίκηση, το «σοβιετικό παράδειγμα», οι αναζητήσεις λύσεων με πυγμή σε ανατροφοδότηση με την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη από κάποιες άλλες πλευρές απέναντι από τον ριζοσπαστισμό.
Η αμερικάνικη αριστερά μετέχει σε αυτό το μεγάλο πεδίο προκλήσεων και διλημμάτων, έχει προτάσεις, αποκτά ακροατήριο, αλλά στις εκλογές του 1932 ο πολύς κόσμος γοητεύεται από την υπόσχεση του Φρ. Ρούζβελτ για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Παράλληλα, αυτήν την περίοδο πολλοί Έλληνες μετανάστες εκλέγονται σε διάφορα θεσμικά όργανα, κάνοντας ορατή την παρουσία τους στο αμερικανικό σύστημα. 
Νέες απεργίες έρχονται το 1934 με τη συμμετοχή πια των μεταναστών δεύτερης γενιάς που ζητάνε ισότητα. Εμφανίζονται δυναμικά στο προσκήνιο οι «ξεχασμένοι» της Μεγάλης Ύφεσης που ζητούν πρόσβαση σε μία καλύτερη ζωή.
Η επόμενη περίοδος, στο κεφάλαιο «Πόλωση και συμβιβασμοί  1935- 1940» , αναδεικνύει την εποχή του «Λαϊκού Μετώπου» και την παγκόσμια αντιφασιστική ενότητα, την ταύτιση των στρατηγικών των κομμουνιστών με την αμερικάνικη ιδεολογία, τον «λαό» να  μπαίνει μπροστά στο δρόμο για ένα κοινό όραμα, τα αιτήματα της εργατικής τάξης μοιάζει να ταιριάζουν πια με τις αναζητήσεις κι άλλων πολλών. Οι Έλληνες εργάτες αυξάνονται ριζικά στα συνδικάτα, οι εθελοντές στον Ισπανικό Εμφύλιο έχουν και αμερικάνικο και ελληνικό χρώμα, ο δεύτερος μεγάλος πόλεμος μοιάζει να ξεσπά σε μία περίοδο μεγάλων προκλήσεων για την Αμερική. Το μέλλον κυοφορείται ακόμα και αυτήν τη σκοτεινή περίοδο του πολέμου που ακολουθεί ως το 1945, κατά την οποία η οριογραμμή του αντιφασιστικού μετώπου μοιάζει σαν έναν ακόμα δρόμο προς τον ουρανό για μεγάλα πλειοψηφικά ρεύματα που μέσα τους χωνεύουν νέες, ετερόκλητες ιδεολογικές και πολιτικές ζυμώσεις.
Κι εκείνη, η απίστευτη σήμερα, αυτο- διάλυση του ΚΚ ΗΠΑ το 1944 ώστε να εξυπηρετηθεί η αντιφασιστική ενότητα και η προοπτική σύγκλισης σοσιαλισμού- καπιταλισμού σε μία σύνθεση συνεργασίας μετά τον πόλεμο. Τι κίνηση! Κι από κοντά, οι ελληνικές εξελίξεις, ο Δεκέμβρης, με «έδαφος» διεργασιών και ανακατατάξεων και στην ελληνική κοινότητα της Αμερικής, αλλά και η κατάρρευση των προσδοκιών για μία άλλη  μεταπολεμική μετάβαση. 
Ο Ψυχρός Πόλεμος γίνεται η απάντηση σε όλες αυτές τις αναζητήσεις, σαν να κλείνουν για πάντα όλα όσα άνοιξαν πριν από τον πόλεμο. Αλλάζουν όλα πια, αλλάζουν οι κοινωνικές σχέσεις, αλλάζουν οι πολιτικές συνταυτίσεις, νέα διλήμματα προκύπτουν,  συχνά τραγικά σε ατομικό επίπεδο αν σε καλέσουν για παράδειγμα σε κάποια επιτροπή ιδεολογικού ελέγχου και πρέπει να προδώσεις όλη την προηγούμενη ζωή σου για να επιβιώσεις. Αλλά στα πρακτικά ζητήματα, στο πεδίο της πραγματικότητας όπως λέμε συχνά στις μέρες, η εποχή της ευημερίας που ξεκινά, υπερνικά πολλές από τις άλλες αναζητήσεις. 
Στον επίλογο του βιβλίου ο συγγραφέας γράφει: «Για πολλούς μετανάστες, της πρώτης, αλλά και της δεύτερης γενιάς, το να είσαι κομμουνιστής ήταν ένας τρόπος να είσαι Αμερικανός. Στις μεταπολεμικές συνθήκες η δυνατότητα αυτή είχε ακυρωθεί.  Για να είσαι Αμερικανός, έπρεπε πλέον να είσαι αντικομμουνιστής». 
Η «Κόκκινη Αμερική», μία μελέτη 541 σελίδων, με πρωτότυπο υλικό, φωτογραφίες και βιβλιογραφία, όλα υψηλού επιπέδου, είναι μία μακρά αφήγηση με αφετηρία την πολιτική συνειδητοποίηση Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική μέσα στους κόλπους του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού δρόμου. 
Παραμένει ως το τέλος ένα  καθαρόαιμο βιβλίο ιστορίας που είναι βέβαιο ότι στο μέλλον θα βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε νέας έρευνας για τη μετανάστευση των Ελλήνων. Για τον αναγνώστη μοιάζει όμως και σαν μία σύγχρονη αφήγηση, κομμάτι από μία εθνική σάγκα θα λέγαμε, ένα μόνο νήμα της οποίας επιλέξαμε από εδώ να ακολουθήσουμε. Άλλοι πιο επαρκείς αναγνώστες θα βρούνε πολύ περισσότερα, σίγουρα σε αυτό το βιβλίο.

Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθερία" Ιωαννίνων στις 14 Δεκεμβρίου 2017

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

Διαβάζουν χιλιάδες σελίδες ιστορίας

Παιδιά μικρά και διαβάζουν χιλιάδες σελίδες ιστορίας από το Δημοτικό ως το Γυμνάσιο για να δώσουν εξετάσεις. Εμείς οι ενήλικες, αν μας έβαζαν τόση ύλη θα τα παρατούσαμε και θα φεύγαμε. Τα παιδιά μας όμως τα πιέζουμε να μην φύγουν, να μείνουν και να διαβάσουν, να πάρουν εικοσάρια και να περάσουν με επιτυχία τις εξετάσεις. 
Αλλά δεν είναι η μόνη μας αντίφαση, αφού υπάρχει κι άλλη: Πιέζουμε τα παιδιά να μάθουν ιστορία, αλλά εμείς δεν ξέρουμε ιστορία. Αναμασούμε στερεότυπα και ιδεολογικές αναγνώσεις, δεν ξέρουμε καλά τα γεγονότα, αδυνατούμε τελείως να προχωρήσουμε σε ερμηνείες. Αυτό σημαίνει ότι δεν πάει καλά το σύστημα εκπαίδευσης, γιατί κι εμείς από αυτό βγήκαμε. Όχι ότι δεν πρέπει να κουράζεται ο μαθητής και στο διάβασμα της ιστορίας. Η χαλάρωση και η έλλειψη πειθαρχημένης μελέτης θα τον απομακρύνουν τελικά από τη γνώση. 
Περισσότερο όμως είναι ότι διαβάζουν ιστορία που δεν τους αφορά. Ή μοιάζει να μην τους αφορά. Το μάθημα πρέπει να αποδεικνύει στα παιδιά ότι χρειάζονται την ιστορία στην καθημερινή τους ζωή, ότι την έχουν ανάγκη. Αν δεν το πετύχει, όσο κι αν κάτσουν τα παιδιά και διαβάσουν, τίποτε νέο δεν θα προκύψει. 

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

Τάτσης Αποστολίδης: Από την ΕΠΟΝ στην κορυφή της μουσικής

Έφυγε από τη ζωή, τη Δευτέρα στην Αθήνα, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες μουσικούς, ο βιολιστής Τάτσης Αποστολίδης. Τη ζωή την τίμησε όσο μπορούσε αυτός ο Ζαγορίσιος Γιαννιώτης, κι αν σήμερα γράφουμε κάτι γι’ αυτόν δεν είναι για να τον τιμήσουμε, αλλά ακριβώς για να τιμήσουμε τους εαυτούς μας, να μάθουμε κάτι για τη ζωή, μέσα από τη ζωή ενός άξιου ανθρώπου.
Ο Τάτσης Αποστολίδης γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1928, γιος του γιατρού Πέτρου Αποστολίδη- μετέπειτα δημάρχου των Ιωαννίνων το διάστημα κυριαρχίας στα Γιάννενα του ΕΑΜ (Δεκέμβρης 1944- Μάρτιος 1945)- και της Αθηνάς Καππά, κόρης γνωστής αστικής οικογένειας της πόλης.
Ο Τάτσης θα σπουδάσει από τα παιδικά του χρόνια στα Γιάννενα βιολί για να καταλήξει μεταπολεμικά και μέχρι τις μέρες μας ο σημαντικότερος βιρτουόζος βιολιού με διεθνή αναγνώριση. Το μουσικό του βιογραφικό είναι θα λέγαμε και το πιο γνωστό: Μετά το Ωδείο στα Γιάννενα και αφού τελειώνει τη Ζωσιμαία το 1946 κατεβαίνει στην Αθήνα και σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών το διάστημα 1948 - 1954 στην τάξη του Γ. Λυκούδη από όπου πήρε και το δίπλωμά του με πρώτο βραβείο. Εκεί θα γνωρίσει και τον Μίκη Θεοδωράκη με τον οποίο θα παίξει πολλές φορές όπως και με τον Μάνο Χατζιδάκι αργότερα. Θα φύγει το 1957 στο Παρίσι, με κρατική υποτροφία και τη βοήθεια της οικογένειάς του, κάνοντας σπουδές με τον παιδαγωγό Ζορζ και τον βιολονίστα Χένρικ Σέρινγκ. Στη Διεθνή Ακαδημία της Νίκαιας βραβεύεται με το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας το 1960, οπότε επιστρέφει στην Ελλάδα και ξεκινάει την καριέρα του. Θα μετάσχει στη Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, ιδρυτικό μέλος στο «Ελληνικό Κουαρτέτο», και εκατοντάδες συναυλίες ως σολίστ στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 1978 αναλαμβάνει την Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών, ιδρύει τη Μικρή Ορχήστρα Εγχόρδων, συμμετέχει σε πολλές άλλες ορχήστρες (Ελληνική Καμεράτα, σύνολο «Μαρσίας», Ορχήστρα των Χρωμάτων, Συμφωνική Ορχήστρα ΕΡΤ και Κρατική Ορχήστρα Αθηνών). Θα συμμετάσχει σε πολλές ηχογραφήσεις, θα βγάλει 8 δίσκους και θα παρουσιάσει σε πρώτη εκτέλεση πολλά έργα για βιολί.
Ιδιαίτερο κεφάλαιο της καριέρας ήταν η διδασκαλία στο Ωδείο Αθηνών, από το 1955 ως και το 2003 βγάζοντας σημαντικούς μουσικούς. Εμφανίστηκε τελευταία φορά στην τιμητική συναυλία της ΚΟΑ τον Νοέμβριο του 2008, ενώ τον Μάρτιο του 2007 είχε διοργανωθεί τιμητική συναυλία στην Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, χωρίς τη μεγάλη συμμετοχή του γιαννιώτικου κοινού. Τα σύγχρονα άλλωστε Γιάννενα, και ειδικά οι τοπικές αρχές μοιάζουν να τον έχουν ξεχάσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μεγαλύτερο μέρος του τοπικού Τύπου δεν ανέφερε τον θάνατό του ως και τρεις μέρες μετά, παρά την ευρεία δημοσιότητα στον αθηναϊκό Τύπο (ενδεικτικά εδώ).

Εκλεκτός άνθρωπος

Ο Τάτσης Αποστολίδης ήταν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, ένας εκλεκτός άνθρωπος, όπως μου είπε ένας από τους πολλούς του φίλους στα Γιάννενα. Αν θέλουμε να μάθουμε κάτι γι’ αυτήν την προσωπικότητα, πρέπει να δούμε πώς μεγάλωσε, το οικογενειακό του περιβάλλον και την εφηβική του δράση στην ΕΠΟΝ κατά την Κατοχή στα Γιάννενα. Άλλωστε και ο ίδιος σε εκείνα τα πρώτα χρόνια της ζωής του γυρνάει αυτοβιογραφούμενος μέσα από τη λογοτεχνία, στο πολύ καλό βιβλίο που εξέδωσε το 2001 από τον Κέδρο «Δεκαπέντε ιστορίες και μια βόλτα με ποδήλατο». Όπως ο Πολίτης Κέιν του Όρσον Ουέλς, αναζητά στο τέλος το μυστικό της ζωής, σε ένα θαμμένο στο χιόνι παιδικό έλκηθρο, τον «ροδανθό» της παιδικής του ηλικίας, έτσι κι ο Αποστολίδης στο βιβλίο του, με αφαιρετικό ύφος και γεμάτη συγκίνηση ματιά, ανασύρει μικρές ψηφίδες της εφηβικής ζωής του, που φαίνεται ότι τον ακολούθησαν σε όλο το ενήλικο βίο έκτοτε.
Για το οικογενειακό περιβάλλον, διαθέτουμε ευτυχώς ένα μοναδικό τεκμήριο, τα απομνημονεύματα του πατέρα του, Πέτρου. Δημοσιεύτηκαν σε δύο τόμους, από τον Κέδρο το 1981 και το 1983 υπό τον γενικό τίτλο «Όσα θυμάμαι». Ο Πέτρος Αποστολίδης (1896- 1988) περιγράφει στον πρώτο τόμο με υπότιτλο «Γκαρνιζόν Ουσάκ 1922- 1923» τη συμμετοχή του ως στρατιωτικού γιατρού στον Μικρασιατικό πόλεμο. Με θαυμάσια περιγραφή αναφέρεται σε μια δραματική πτυχή της ελληνικής ιστορίας, όντας ο ίδιος πρωταγωνιστής. Αιχμάλωτος των Τούρκων, αντικρίζει το φάσμα του θανάτου, έχει όμως και τη δυνατότητα να δει τα προβλήματα του ελληνικού στρατού και τη βία που ασκεί κι αυτός στον τοπικό πληθυσμό. Πάνω όμως απ’ όλα φαίνεται να διαμορφώνει εκεί στον πόλεμο, μια βαθιά ανθρωπιστική ιδεολογία και μια στάση ζωής κατά του πολέμου. Αυτός ο τόμος θα βραβευθεί με βραβείο Ιπεκτσί το 1983 στην Κωνσταντινούπολη.
Ο άλλος τόμος με υπότιτλο «Η συνέχεια 1900- 1922 και 1923- 1969» περιγράφει τη ζωή στα Γιάννενα προσφέροντας μοναδικές πληροφορίες για την κοινωνική και πολιτική κατάσταση. Σταθμοί στη ζωή του Πέτρου Αποστολίδη μετά τον πόλεμο είναι δύο, το 1924 και το 1944. Έχοντας ως φοιτητής παρέες βενιζελικής ατμόσφαιρας και με την αντιπολεμική ιδεολογία που του «προσφέρει» ο πόλεμος, στα Γιάννενα έρχεται, μετά την επιστροφή του το 1923, σε επαφή με τους ντόπιους κομμουνιστές. Τον Δεκέμβριο του 1924 γίνεται η πρώτη σοβαρή επίθεση της χωροφυλακής στον τοπικό κομμουνιστικό πυρήνα. Συλλαμβάνονται τα στελέχη του τοπικού συνδέσμου Παλαιών Πολεμιστών, της οργάνωσης δηλαδή των βετεράνων του μικρασιατικού, που θεριεύει εκείνον τον καιρό ζητώντας ψωμί και γη για τους πολεμιστές αγρότες και εργάτες που έχουν γυρίσει από το μέτωπο. Παράλληλα η μπολσεβικοποίηση του ΚΚΕ (αλλάζει όνομα από το ΣΕΚΕ που ήταν πριν), η άνοδος του εργατικού κινήματος και η ρευστή πολιτική κατάσταση (μαζί με την άθλια κατάσταση των οικονομικών), δημιουργούν το πλαίσιο για την ανάπτυξη ενός κρατικά οργανωμένου αντικομμουνισμού, ο οποίος και θα θεσμοποιηθεί τα αμέσως επόμενα χρόνια (παγκαλική δικτατορία, ιδιώνυμο κλπ). Ανάμεσα στους συλληφθέντες και ο γιατρός Αποστολίδης, αλλά και ο ποιητής Γιοσέφ Ελιγιά. Ο Αποστολίδης θα γλυτώσει την καταδίκη και την εξορία, θα αποκτήσει όμως «φάκελο» που θα τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή- ανάμεσα στα «εγκλήματά» και το διάβασμα ενός βιβλίου του Λένιν.
Τον Δεκέμβριο του 1944 ο Πέτρος Αποστολίδης θα ανακηρυχθεί από τα εργατικά σωματεία, δήμαρχος της πόλης, μόλις αναλάβει την εξουσία το ΕΑΜ. Θα χρειαστεί όμως να πάμε λίγες μέρες πριν μέχρι να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, ώστε να συναντήσουμε και τον Τάτση, που μπαίνει κι αυτός με θέρμη στη μεγάλη περιπέτεια της Ιστορίας.

Στην ΕΠΟΝ

Ο Τάτσης είναι ήδη από τους πρώτους στην ΕΠΟΝ το 1943, μαθητής ακόμα. Γράφανε χειρόγραφες προκηρύξεις και τις μοιράζανε. «Ο Κώστας Σφήκας προς την πλατεία, εμείς προς τη Βηλαρά» μας έλεγε πριν από λίγο στο τηλέφωνο ο Σπύρος Σπέγγος από τις πιο γνωστές προσωπικότητες της πόλης μας σήμερα. Από τότε χρονολογείται και η στενή, αδελφική σχέση του Σφήκα με τον Αποστολίδη. Ο Κώστας Σφήκας (δεξιά στη φωτογραφία) δεν είναι άλλος από τον σπουδαίο κινηματογραφιστή, οι εικαστικές ταινίες του οποίου έφεραν το ελληνικό σινεμά λίγο περισσότερο προς τη μεριά της τέχνης. Πέθανε πριν από λίγες μέρες στις 24 Μαΐου 2009 (εδώ). Είχε γεννηθεί το 1927 στην Αθήνα. Στην Κατοχή, τον έφερε στα Γιάννενα ο παππούς του που ήταν διευθυντής στο τοπικό Ταχυδρομείο, για να τον σώσει από την πείνα της πρωτεύουσας.
Ο Τάτσης Αποστολίδης θα ανέβει στο βουνό την άνοιξη του 1944 και λίγες μέρες μετά θα ανέβει και ο Σπύρος Σπέγγος και θα συναντηθούν στο Καπέσοβο. Θα πάρουν το δρόμο τους μέσα στον αγώνα της ΕΠΟΝ. Ο Σπύρος θα πάει στο τυπογραφείο στο Βραδέτο και ο Τάτσης, με το ψευδώνυμο Ρήγας πια (ενδεικτικό της μόρφωσής του ίσως το ψευδώνυμο) θα ενταχθεί στο πολιτιστικό τμήμα της οργάνωσης. Αυτός θα παίζει βιολί και μια Επονίτισα, η «Χαραυγή» θα απαγγέλει ποιήματα.
Τα Γιάννενα απελευθερώνονται στις 15 Οκτωβρίου 1944 και οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ μπαίνουν στην πόλη. Ο Τάτσης γυρίζει και συμμετέχει στις δραστηριότητες της ΕΠΟΝ τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο. Η έναρξη των Δεκεμβριανών στην Αθήνα όμως, αλλάζει δραματικά και την κατάσταση στα Γιάννενα. Χωρίς να προσδιορίζει ακριβώς την ημερομηνία μέσα στον Δεκέμβρη, ο Πέτρος Αποστολίδης περιγράφει στα απομνημονεύματά του, πώς ο ΕΔΕΣ ζητάει να συλλάβει το γιο του, και τελικά πάνε μαζί, στις 2 τη νύχτα και οι δύο στο τμήμα. Θα κλειστούν μαζί με εκατοντάδες άλλους Γιαννιώτες της εαμικής παράταξης, στη φυλακή του Αγίου Κοσμά (εκεί που σήμερα είναι ο ΟΤΕ στην 28ης Οκτωβρίου). Ο ΕΛΑΣ θα επιτεθεί στην πόλη στις 21 Δεκεμβρίου και μετά από φονικές μάχες θα την καταλάβει εκδιώχνοντας τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ. Στις 28 Δεκεμβρίου θα μπουν στην πόλη ο Σαράφης και ο Άρης και θα φωτογραφηθούν από τον Κώστα Μπαλάφα, στις εμβληματικές φωτογραφίες που δημοσίευσε πολύ αργότερα στο λεύκωμα «Το Αντάρτικο στην Ήπειρο» (Γιάννινα 1991). Ο Αποστολίδης όμως δεν είναι ακόμα στην πόλη.
Πατέρας και γιος, ακολούθησαν ως όμηροι, με τα πόδια, τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ που υποχωρούσαν στην Πρέβεζα. Οι περισσότεροι όμηροι θα βρεθούν στην Κέρκυρα λειτουργώντας ως «ανάχωμα» στις διαπραγματεύσεις μετά τον Δεκέμβρη- ομήρους θα κρατήσει με τη σειρά του και ο ΕΛΑΣ στις ίδιες ακριβώς φυλακές στα Γιάννενα.
Ο Πέτρος και ο Τάτσης θα γλυτώσουν χάρη σε έναν χωροφύλακα που τους γνώριζε, και δεν θα φύγουν για την Κέρκυρα. Θα γυρίσουν με τα πόδια στα Γιάννενα μετά από λίγες ημέρες (συναντώντας τυχαία και τον Άρη με τους μαυροσκούφηδες) και στη διαδρομή ο Πέτρος Αποστολίδης θα μάθει ότι εκλέχτηκε δήμαρχος της πόλης.
Στο «Όσα θυμάμαι» θα περιγράψει με λεπτομέρειες τη σύλληψή τους στα Γιάννενα και την αρχή της ομηρείας (σελίδες 233- 240). Ένα απόσπασμα από την αρχή της πορείας προς την Πρέβεζα:
«Μας διατάζουν να ανέβουμε στα αυτοκίνητα. Διαμαρτυρόμαστε. Οι Γερμανοί μας έλεγαν και παίρναμε κουβέρτες, εσείς που μας πάτε γυμνούς; - Τώρα θυμηθήκατε; Δεν γίνεται τίποτα. Ανεβείτε πάνω. -Πού πάμε; Σταματάμε σ’ ένα γεφυράκι δεξιά στο δρόμο πριν απ’ το Τέροβο, μας κατεβάζουν, περνάμε το γεφυράκι και παίρνουμε το μονοπάτι, ένας ένας, σε μια απότομη πλαγιά, όλο χαλίκια».

Στο διήγημα «Πέτρου και Αθηνάς» από το βιβλίο του, ο Τάτσης Αποστολίδης θα θυμηθεί και την άλλη σύλληψή τους, λίγα χρόνια πριν, από τους Γερμανούς (στο "Όσα Θυμάμαι " η σκηνή αυτή περιγράφεται στις σελίδες 207- 210):
«Αυτήν ακριβώς τη στιγμή έπαψε να αναπνέει. Το χέρι του παγωμένο δεν δίνει γνωριμιά. … Τότε, με κρατούσε από το χέρι σφιχτά και πηγαίναμε. Ξημέρωνε με κόπο, τα μάτια δάκρυζαν από το κρύο, καίγανε από την αϋπνία. Ομίχλη έπνιγε την πόλη. Βαδίζαμε ανάμεσα στους ξένους φρουρούς. Κάποιος ψιθύρισε: «Γιατρέ, πού μας πάνε;». «Μάλλον για εκτέλεση» είπε. Κρατούσε το χέρι μου, το βλέμμα του καρφωμένο ίσια μπροστά. Δεν φοβόμουνα. Ήμουν παιδί κι ήταν εκεί».
Θα ακολουθήσουν πολλές φυλακές και εξορίες για τον πατέρα, ο γιος όμως, ο Τάτσης θα βρει το δρόμο του στη μουσική. Ίσως γιατί μόνο η τέχνη ξέρει να λυτρώνει. Και να «θυμάται» με τον δικό της τρόπο.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Ο Άρης και ο Σαράφης στα Γιάννενα το 1944


Πριν από κάποιο καιρό η φωτογραφία του Άρη Βελουχιώτη με τον Στέφανο Σαράφη να μπαίνουν στα Γιάννενα τον Δεκέμβριο του 1944 δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα με λάθος λεζάντα- έκανε λόγο για είσοδο στα Τρίκαλα. Πέρα από τον γνωστό «δαίμονα του τυπογραφείου» είναι αλήθεια ότι το ενδιαφέρον για την ιστορική φωτογραφία μόνο τα τελευταία χρόνια μετατράπηκε σε αντικείμενο έρευνας για τους ιστορικούς. Και διεθνώς όμως, μετά το ’90 άνοιξε συζήτηση για την τεκμηρίωση της φωτογραφίας ιστορικών γεγονότων, κάτι που πιθανά να έχει σχέση και με το άνοιγμα μεγάλων αρχείων για πιο κοντινές μας δεκαετίες όπως αυτήν του ’40.
Χάριν αυτής της φωτογραφίας συγκέντρωσα μερικές αναφορές με σκοπό να αναδειχτεί όσο μπορεί το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τραβήχτηκε η φωτογραφία.
Το ότι η είσοδος των δύο κορυφαίων ηγετών του ΕΛΑΣ γίνεται στα Γιάννενα το γνωρίζουμε με ασφάλεια γιατί η φωτογραφία είναι γνωστή. Την έχει τραβήξει ο σπουδαίος φωτογράφος της Αντίστασης, Κώστας Μπαλάφας και δημοσιεύεται στο βιβλίο του «Το Αντάρτικο στην Ήπειρο» (Γιάννινα 1991, σελίδα 205). Η λεζάντα στο βιβλίο είναι: «Οι πρωτοκαπεταναίοι στα Γιάννινα». Στο βιβλίο υπάρχει μία ακόμα σχετική φωτογραφία, με τους δύο ηγέτες, 10 περίπου μέτρα πιο μπροστά στον ίδιο δρόμο (σελ. 210 και λεζάντα «Ο Άρης με το Σαράφη»), ενώ δημοσιεύεται σειρά φωτογραφιών από την είσοδο του ΕΛΑΣ στα Γιάννενα.
Πότε τραβήχτηκε η φωτογραφία; Την είσοδο στα Γιάννενα την περιγράφει ο ίδιος ο Σαράφης στο βιβλίο του «ΕΛΑΣ» (εκδόσεις Επικαιρότητα). Βρισκόμαστε στον Δεκέμβριο του 1944 και γράφει: «Το πρωί στις 28 του Δεκέμβρη αφήσαμε το Μέτσοβο και το απόγευμα φτάσαμε στα Γιάννενα. Χιόνιζε πάντα κ’ έκανε κρύο. Δεν είχαμε ειδοποιήσει κανένα. Στις 4 το απόγευμα μπήκαμε στην πόλη και όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά λόγω της εορτής. Πήγαμε στην πλατεία και ζητήσαμε το μέραρχο στα γραφεία του. Ο κόσμος αντιλήφθηκε την άφιξή μας και η πλατεία γέμισε. Μιλήσαμε κι εγώ και ο Άρης. Μου έκανε εντύπωση ότι οι εκδηλώσεις του κόσμου ήταν περισσότερο ζωηρές από τις εκδηλώσεις στις εαμικές περιοχές…» (σελίδα 548).
Το τμήμα του βιβλίου που αναφέρεται στα Γιάννενα και την Ήπειρο κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών είναι εκτενές. Αρκούμαστε να σημειώσουμε εδώ ότι είναι γνωστή η συζήτηση για τη σκοπιμότητα του περιορισμού μεγάλων δυνάμεων του ΕΛΑΣ μαζί με τον Άρη και τον Σαράφη, στην Ήπειρο, την ίδια στιγμή που η μεγάλη μάχη γινόταν στην Αθήνα.
Μερικές, όμως ακόμα σκέψεις, όχι κατά ανάγκη πρωτότυπες, με αφορμή τη φωτογραφία, χάριν τώρα και της τοπικής ιστορίας των Ιωαννίνων.
Η είσοδος του ΕΛΑΣ στα Γιάννενα αναφέρεται σε πολλές τοπικές, αριστερής προέλευσης πηγές, και ως «απελευθέρωση» της πόλης. Σε μία έκδοση της ΚΝΕ Ηπείρου- Λευκάδας- Κέρκυρας το 1983 με τίτλο «Από τη δράση της ΕΠΟΝ στην Ήπειρο- Κέρκυρα- Λευκάδα» μια φωτογραφία έχει ως λεζάντα: «Επονίτες και Ελασίτες σε γερμανικό άρμα. Απελευθέρωση Γιαννίνων 1944, στην πλατεία».
Η απελευθέρωση πάντως των Ιωαννίνων από τον κατακτητή συνέβηκε στις 15 Οκτωβρίου 1944 όταν αποχώρησαν οι Γερμανοί και μπήκαν στην πόλη οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ. Η ημερομηνία αυτή δεν εορτάζεται στην πόλη. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ παρέμειναν κοντά στην πόλη προς τη μεριά του Ζαγορίου, σύμφωνα και με τις σχετικές συμφωνίες.
Τον Δεκέμβριο του 1944 συνεπώς ο ΕΛΑΣ επιτίθεται κατά των μονάδων του ΕΔΕΣ. Από τις 21 Δεκεμβρίου γίνονται σκληρές μάχες με αρκετά θύματα, ειδικά στην περιοχή του Περάματος και στις 23 Δεκεμβρίου ο ΕΛΑΣ μπαίνει στα Γιάννενα. Ο ΕΔΕΣ αποχωρεί σε άτακτη υποχώρηση και ηττημένος στρατιωτικά, παίρνοντας μαζί του και ένα μεγάλο αριθμό ομήρων, κατοίκους δηλαδή της πόλης που θεωρούνταν ΕΑΜικοί ή φιλοεαμικοί. Από την Πρέβεζα μαζί με τους ομήρους θα πάνε με πλοία στην Κέρκυρα ως και τη συμφωνία της Βάρκιζας. Και ο ΕΛΑΣ θα κρατήσει πάντως φυλακισμένους, επί πολλές ημέρες, στις φυλακές του Αγίου Κοσμά, Γιαννιώτες μη ΕΑΜικούς. Οι φυλακές αυτές βρισκόταν 200 μέτρα αριστερά του Σαράφη όπως βλέπουμε τη φωτογραφία- σήμερα στη θέση τους είναι ο ΟΤΕ.
Λίγη ακόμα τοπική ιστορία. Το ωραίο κτίριο που βλέπουμε πίσω από τους δύο καβαλάρηδες είναι το ξενοδοχείο Ίλιον Παλλάς. Διατηρείται ακόμα σήμερα σε σχετικά καλή κατάσταση, δεν λειτουργεί όμως. Το 1938 πάντως σε αυτό το χώρο έκανε την πρώτη του έκθεση με φωτογραφίες από την Ήπειρο (σχετική προαναγγελία στον τοπικό Τύπο στις 4.12.1938) ο Σπύρος Μελετζής (1906- 2003), ένας νέος τότε καλλιτέχνης που έγινε λίγα χρόνια μετά ο δεύτερος μεγάλος φωτογράφος της Αντίστασης και ένας σπουδαίος έλληνας φωτογράφος ευρύτερα (ο Μελετζής προλογίζει το βιβλίο του Μπαλάφα για την Αντίσταση).
Μπροστά από τους δύο αρχηγούς του ΕΛΑΣ, στα πέντε μέτρα- δεν φαίνεται στη φωτογραφία- βρίσκεται το ξενοδοχείο Ακροπόλ Παλλάς. Σημαντικό κτίσμα της δεκαετίας του ’30 (το πρώτο με ασανσέρ στην πόλη!) με θαυμάσια αρχιτεκτονική, σήμερα φιλοξενεί μία τράπεζα. Από το μπαλκόνι του μίλησαν ο Ιωάννης Μεταξάς, άλλοι πολιτικοί, αλλά και ο Πέτρος Αποστολίδης, δήμαρχος του ΕΑΜ μετά τον Δεκέμβρη, μέχρι και τις 25 Μαρτίου οπότε και ανέλαβε η «επίσημη» κυβέρνηση την πόλη- οι συγκεκριμένες φωτογραφίες με τον δήμαρχο ακολουθούν στο βιβλίο του Μπαλάφα. Το Ακροπόλ αποτέλεσε και έδρα γραφείων του ΕΑΜ (γραφεία της εφημερίδας κ.α), του ΕΔΕΣ όπως και τόπος διαμονής της αγγλικής αποστολής. Χρησιμοποιήθηκε ως γραφεία πιο πριν και από τις κατοχικές δυνάμεις.
Στο νέο του βιβλίο «Μνήμες Κατοχής ΙΙ- Ιταλοί και Γερμανοί στα Γιάννενα και η καταστροφή της εβραϊκής κοινότητας» από τις γιαννιώτικες εκδόσεις Ισνάφι, ο Christoph U. Schminck- Gustavus, έχει και μία πολύ ωραία συνέντευξη με τον ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου. Για τα κτίρια του μεσοπολέμου, στο διαδίκτυο υπάρχει στον Οδηγό της Περιφέρειας Ηπείρου άρθρο του πρώην δημάρχου Αναστάσιου Παπασταύρου (εδώ), ο οποίος έχει εκδώσει πολλά βιβλία για τα Γιάννενα.
Όσο για τον Πέτρο Αποστολίδη, σημαντική προσωπικότητα της πόλης, οι δύο τόμοι αναμνήσεών του με τίτλο «Όσα θυμάμαι» (από τις εκδόσεις Κέδρος) παραμένουν ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα τόσο γι’ αυτήν την περίοδο όσο κυρίως για τον μεσοπόλεμο στα Γιάννενα.
Η φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα με τον Σαράφη και τον Άρη διατηρεί την επικαιρότητά της. Είναι και μια ωραία αισθητικά φωτογραφία. Για την αριστερά αποπνέει θα λέγαμε κι έναν επαναστατικό ρομαντισμό γι’ αυτό και συχνά πυκνά τη βλέπουμε να φιγουράρει σε αναφορές στον Τύπο ή σε μπλογκ, συνήθως χωρίς επαρκείς λεζάντες.
Για τα Γιάννενα έτσι κι αλλιώς είναι μια ιστορική φωτογραφία, εμβληματική θα λέγαμε. Ο χώρος που δείχνει είναι ολόιδιος σχεδόν και σήμερα, όπως φαίνεται στη δεύτερη φωτογραφία που περιλαμβάνει αριστερά και το Ακροπόλ Παλλάς. Το ιστορικό πλαίσιο αλλάζει. Ή μήπως με το πλαίσιο αλλάζουν και οι άνθρωποι;