Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταινίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταινίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Οι Φύλακες του Γαλαξία είναι πολυπολιτισμικοί


Οι Φύλακες του Γαλαξία, η ταινία που παίζεται αυτές τις μέρες στα σινεμά, είναι μία διασκεδαστική περιπέτεια υπερηρώων που βλέπεται με ευχαρίστηση από όλη την οικογένεια.
Το θέμα της θέτει δύο παραμέτρους για τη συγκρότηση των σύγχρονων κοινωνιών της Δύσης: Πώς μπορεί να λειτουργήσει ένας πολυπολιτισμικός κόσμος προς όφελος όλων και τι μπορεί να κάνει κανείς απέναντι στο Κακό, όταν αυτό παίζει χωρίς κανόνες. 
Οι ήρωες είναι μία παρέα που προέκυψε κατ’ ανάγκη κάτω από την πίεση της πλήρους εξαφάνισης των μελών της. Μία «πράσινη» γυναίκα- πολεμίστρια, ένας γήινος τυχοδιώκτης, ένα μεταλλαγμένο ρακούν ειδικό στα όπλα, ένα ανθρωποειδές- δέντρο, ένας παλαιστής. Όλοι τους με μεγάλες ικανότητες, υποψήφια θύματα του κακού που θέλει να εξολοθρεύσει τον πολιτισμένο κόσμο ενός εξωγήινου πλανήτη. Αν και μάλλον εξωγήινοι είναι όλοι στο βαθμό που ο γήινος να είναι εξαίρεση- είμαστε άραγε όλοι παιδιά της μετανάστευσης;
Μπροστά στον κίνδυνο της εξόντωσης, η παρέα ενώνεται, παρά το γεγονός ότι μέχρι και την ύστατη ώρα, το θέμα της εμπιστοσύνης μεταξύ τους είναι ένα ερώτημα παρά μία βεβαιότητα.
Χωρίς συνεργασία πάντως δεν γίνεται τίποτα.
Αλλά η μάχη με το Κακό δεν είναι παίξε γέλασε και θα χρειαστεί και η επίκληση κι άλλων ικανοτήτων, με σημαντικότερη αυτήν της υπέρβασης, της προσπάθειας που επιδιώκει το κοινό καλό και όχι μόνο το ατομικό συμφέρον. Οι σούπερ ήρωες θα κερδίσουν μόνο όταν αγωνιστούν για το καλό του πολιτισμού, για τον πλανήτη στον οποίο υποψιαζόμαστε ότι δουλεύει καλύτερα η δημοκρατία. 
Μανιχαϊστικά, όλα αυτά θα πείτε, απλοϊκά. Για αμερικανιά μιλάμε, για κόμικς με σούπερ ήρωες. Έλα όμως που αυτά είναι τα μεγάλα διλήμματα του κόσμου μας. Τι κάνεις με τον «άλλο», τι είναι ατομικό και τι συλλογικό συμφέρον, ποιες είναι οι ηθικές αξίες του κόσμου μας; Με αυτά τα ερωτήματα δεν ταλαιπωρούνται πια οι κοινωνίες μας;
Και μία ακόμα παρατήρηση: Οι ήρωες, έχουν χάσει κάποιον δικό τους, από την οικογένειά τους. Μιλάμε για την απώλεια, την ορφανιά. Τι συμβαίνει; Γιατί αυτό το στοιχείο έρχεται στο επίκεντρο και τι σχέση έχει με την ευρύτερη συζήτηση για το τι γίνεται με την οικογένεια στον σύγχρονο κόσμο; 
Χιούστον, έχουμε πρόβλημα με την οικογένεια;

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Οι «Άθικτοι» της ωριμότητας

Πρέπει να τριφτείς με τη ζωή δεν γίνεται αλλιώς. Και καμιά φορά μοιάζει ολόκληρη η Ελλάδα να απέχει από τη ζωή, να κοιμάται σε έναν δικό της ύπνο, μακριά από σκοτούρες και διλήμματα. Το σκεφτόμουν όσο έβλεπα την ταινία οι Άθικτοι, την κωμωδία που έσπασε ταμεία στη Γαλλία. Όσο προλάβαινα είναι αλήθεια γιατί είχα λυθεί στα γέλια.
Η υπόθεση είναι απλοϊκή σχεδόν και στηρίζεται σε αληθινή περίπτωση, στο τέλος δε, υπάρχει πλάνο και με τους αληθινούς ήρωες της ζωής.
Στην ταινία, ένας πολύ πλούσιος τετραπληγικός, αναζητά έναν βοηθό. Κι ενώ μπορεί να προσλάβει έναν καταρτισμένο και καλλιεργημένο άνθρωπο που θα τον βοηθάει στις πολλές καθημερινές του ανάγκες, προτιμά να δοκιμάσει έναν άνεργο μαύρο από τα γκέτο του Παρισιού, ο οποίος το μόνο που χρειάζεται είναι μία υπογραφή για να πάρει το επίδομα ανεργίας.
Η δοκιμή αποδεικνύεται πετυχημένη, γιατί το άγριο παιδί, φέρνει και μία νότα περιπέτειας στη ζωή ενός ανθρώπου που είναι καθηλωμένος σε αναπηρική καρέκλα.
Από τη μία πλευρά έχουμε το μύθο του Πυγμαλίωνα, την εκπαίδευση ενός «αγρίου» δηλαδή στον πολιτισμό, στον οποίο αυτός συνεισφέρει την αυθεντικότητα και τη ζωτικότητά του. Φαίνεται ότι ο πολιτισμός μας έχει μετατραπεί σε έναν άνυδρο, βαρετό τόπο, που επικρατούν μεν οι καλοί τρόποι, αλλά συνοδεύονται κι από βαθιά πλήξη.
Από την άλλη, η συνάντηση αποδεικνύει κάτι γνωστό μεν, αλλά ξεχασμένο μέσα στις ρημαγμένες κοινωνίες της ανισομερούς κατανομής του πλούτου που έχει οικοδομήσει η Δύση: Οι άνθρωποι κατά βάση έχουν τις ίδιες ανάγκες. Το χαρισματικό παιδί του γκέτο, έχει ανάγκη την καλή ζωή όπως όλοι, όπως και ο ανάπηρος άνθρωπος θέλει τον έρωτα στη ζωή του. Και οι γυναίκες μπορεί να έχουν γίνει πολύπλοκες πια, όχι όμως και τόσο ώστε να μην επιθυμούν μια αληθινή σχέση. Για το πώς θα πετύχουν τους στόχους τους, θα το δείτε μόνοι σας.
Αυτό όμως που ήθελα να πω στην αρχή,  είναι ότι η γαλλική κοινωνία, αναγκάστηκε από τις καταστάσεις (αποικίες, πόλεμοι, μετανάστευση, γκέτο κλπ) να σκεφτεί πάνω στο μεταναστευτικό και να δοκιμάσει λύσεις, γι’ αυτό και της προκύπτουν αυτές οι ταινίες. Μία λύση είναι να αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους. Μοιάζει λίγο, γιατί δεν αλλάζει τους όρους της εργασίας ας πούμε ή της κατανομής του πλούτου, αλλά έχοντας την ευθύνη του εαυτού σου, μπορεί να δοκιμάσεις τα όριά σου.
Στην Ελλάδα, παρά τις σημαντικές πρώιμες προσπάθειες στον κινηματογράφο όπως το Απ’ το χιόνι του Γκορίτσα ή τις ταινίες του Γιάνναρη και άλλων, απέχουμε πολύ ακόμα από τον προβληματισμό που γεννιέται πάνω στο νέο πολιτιστικό πεδίο που οικοδομείται- αναπόσπαστο κομμάτι του οποίου είναι και οι μετανάστες.
Εμείς είμαστε ακόμα στο στάδιο της απώθησης, κατ’ επέκταση και του μίσους.
Διαβάστε συνεργικά και  τον "Γερμανό μουτζαχεντίν ή Το ημερολόγιο των αδελφών Σίλλερ" του Sansal Boualem απο τις εκδόσεις Πόλις, ή τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Ζαν-Κλωντ Ιζό που επανακυκλοφορούν από τις ίδιες εκδόσεις, για μία άλλη γαλλική θέαση των σύγχρονων αντιφάσεων.

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Για τον δικό μας «Κυνόδοντα»

Υπάρχουν ταινίες που δύσκολα θα δω για δεύτερη φορά, γιατί δεν αντέχω τον σπαραγμό τους. Μία τέτοια είναι ο Κλέφτης Ποδηλάτων του Βιτόριο Ντε Σίκα, μια μοναδική σπουδή πάνω στη φτώχια, την πατρότητα και την κακιά μας μοίρα (που δεν είναι βέβαια μοίρα, αλλά τέλος πάντων).
Μία ταινία που δύσκολα θα ξαναδώ λοιπόν είναι ο Κυνόδοντας του Γιώργου Λάνθιμου. Γι’ αυτό και χάρηκα πολύ που είναι από χτες μέσα στις 5 υποψήφιες για το Όσκαρ ξένης ταινίας. Πρόκειται βέβαια για μοναδική τιμή για το ελληνικό σινεμά και συνολικά για τον ελληνικό πολιτισμό,  μία σπάνια αναγνώριση για τη μικρή μας χώρα. Για να φανταστεί κανείς αυτή τη σημασία να θυμίσουμε ότι η πρώτη φορά που πήγαμε στα Όσκαρ σε αυτήν την κατηγορία ήταν το 1963, με την "Ηλέκτρα" του Κακογιάννη και ακολούθησαν τα "Κόκκινα φανάρια" (1964) του Βασίλη Γεωργιάδη, "Το χώμα βάφτηκε κόκκινο" (1966), του Γεωργιάδη πάλι, και η "Ιφιγένεια" (1978) του Μιχάλη Κακογιάννη. Και τα ελληνικά όσκαρ είναι επίσης λιγοστά αλλά διαλεχτά (η Παξινού, ο Χατζιδάκις, ο Γαβράς, ο Κακογιάννης με τον Ζορμπά).
Και συμβαίνει το εξής: Από τη μία μόνιμα μίζεροι, πιστεύουμε ότι μόνο σε ένα εκ των υστέρων ωραιοποιημένο παρελθόν, ο ελληνικός πολιτισμός ακτινοβολούσε, κάτι που σπάει βέβαια ο Λάνθιμος.
Από την άλλη, αυτό το απίστευτο χάλι που ζούμε με το ελληνικό life style από το ’90 μας είχε πείσει (ή προσπάθησε έστω) ότι το σινεμά είναι για γκλάμορους και κόκκινα χαλιά κι ότι διασημότητα είναι να βάζεις τα κλάματα στις απονομές των όσκαρ.
Και ήταν θυμίζω και πιο ιδεολογικά τα πράγματα γιατί στις ιλουστρασιόν σελίδες των περιοδικών και στα πρωινάδικα προσπαθούσαν να μας πείσουν και για κάτι ακόμα: Ότι το σινεμά είναι για διασκέδαση, ότι πρέπει να έχει αρχή, μέση και τέλος και ότι τέλος πάντως πρέπει να τελειώσουμε με τα κουλτουριάρικα και να το κάνουμε όπως οι Αμερικάνοι. Ε, να που τώρα έρχονται οι Αμερικάνοι και κάνουν διάσημη μια ταινία που σπάει κόκαλα, που έχει αρχή μέση και τέλος, αλλά πιστέψτε με δεν θέλετε να δείτε ούτε τη μέση ούτε το τέλος.
Αλλά υπάρχει κι ένα μυστικό: Ο Λάνθιμος σε πείθει να δεις και παρακάτω. Και σου υποβάλλει σιγά σιγά την ιδέα ότι όλα αυτά τα εξωπραγματικά (;) σε αφορούν προσωπικά, ότι μιλάει για εσένα και τη δική σου οικογένεια.
Δεν είπα ακόμα την υπόθεση, ε; Πιθανά να μην έχει και τόση σημασία. Μια οικογένεια κρατάει εσώκλειστα τα παιδιά στο σπίτι, λέγοντας ότι έξω υπάρχει μόνο το κακό. Μην προσπαθείστε να φανταστείτε τι συμβαίνει. Απλώς δείτε την ταινία.
Αλλά η ευθύνη δικιά σας, όπως ευθύνη δικιά σας και δικιά μου, είναι η καθημερινή βία που ασκούμε στην καθημερινή μας ζωή και ο άθλιος τρόπος που βυθίζουμε τη ζωή μας στο τίποτα.
Α… υπάρχει και μία άλλη ταινία που δεν ξαναβλέπω: Το «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη. Είναι μια άλλη οπτική στο ίδιο θέμα.

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Ένα τραγούδι για τον Αργύρη, ένα καλό ντοκιμαντέρ


Μπόρεσα και είδα ολόκληρο το ωραίο ντοκιμαντέρ "Ένα τραγούδι για τον Αργύρη" μία ταινία του Stefan Haupt από το Doc on Air της ΕΡΤ (εδώ) που τέλειωσε πριν από λίγο. Η ιστορία του Αργύρη που στα τέσσερα χρόνια του είδε τους Γερμανούς να σφάζουν τους γονείς του κι άλλους 30 συγγενείς του στο Δίστομο. Η ζωή του στη συνέχεια είναι αξιοθαύμαστη, σαν να έζησε δύο και τρεις ζωές. 
Η ταινία κρατάει αρκετά σε φιλμικό χρόνο και κάποιες στιγμές δείχνει μια αμηχανία για το προς τα πού θα πρέπει να κατευθυνθεί. |Συνταρακτική η σκηνή που η ξαδέρφη του περιγράφει τις δολοφονίες των δικών της γονιών.
Η ταινία δεν είναι μελοδραματική, αντίθετα στο μεγαλύτερο μέρος της είναι "ψυχρή", αποστασιοποιημένη σχεδόν. Δείχνει όμως εύγλωτα πως οι σφαγές των Γερμανών στην Ελλάδα ήταν δολοφονίες και όχι εγκλήματα πολέμου- όπως πολλοί "αναθεωρητές" στην Ελλάδα, έχουν αρχίσει να ψιλοδιαδίδουν παρουσιάζοντας την Κατοχή ως δήθεν μέρος του διεθνούς "Ψυχρού Πολέμου". Επιπλέον, αποδεικνύει με απλό τρόπο το δίκαιο του αιτήματος για γερμανικές αποζημιώσεις (θέμα που περιφρονούν εσχάτως οι εγχώριοι απολογητές των μονοδρόμων του ΔΝΤ). Η πορεία της ζωής της αδερφής του Αργύρη από το 1944 ως σήμερα σε ιδρύματα, είναι ενδεικτική του πλήγματος που κατάφερε η ναζιστική Κατοχή. 
Δείτε το οπωσδήποτε σε dvd και για το τι σημαίνει μια καλή δημοσιογραφική έρευνα, πέρα από μια καλή ταινία.

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκιψ- Μια ιστορία για έναν κόσμο που έχει ανάγκη τις ιστορίες


Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκιψ είναι μία από τις δύο ομορφότερες ταινίες της σειράς, μαζί με την πρώτη. Και σίγουρα μια από τις ενδιαφέρουσες συνέχειες, ενδεικτική του υψηλού επιπέδου συνολικά των ταινιών του Χάρι Πότερ, ενός επιπέδου που μας επιτρέπει να συζητάμε για ένα κινηματογραφικό φαινόμενο με πολλαπλή κοινωνική επιρροή, τουλάχιστον σε εκείνο το πεδίο που αποκαλούμε μαζική ψυχαγωγία στις μέρες μας.
Είναι μια όμορφη ταινία γιατί δίνει πολύ χώρο και χρόνο στους τρεις κεντρικούς ήρωές της και τον περίγυρό τους, δομώντας με επάρκεια το μαγικό τους κόσμο. Τους βλέπουμε για δύο ώρες σχεδόν να ζουν την καθημερινότητά τους μέσα σε έναν εναλλακτικό κόσμο και πειθόμαστε ότι ένας τέτοιος κόσμος είναι εφικτός, ότι αποτελεί μια πιθανότητα. Τα μαγικά φίλτρα, οι μεταμορφώσεις, η αρχιτεκτονική, όλα παραπέμπουν σε έναν κόσμο που έχουμε μάθει να τον νομίζουμε οικείο και παράλληλα να τον θεωρούμε μαγικό- μαγικό ως κόσμο της μαγείας εντός της ταινίας, αλλά και μαγικό ως κόσμο φιλμικό, ως κατασκευή δηλαδή, ως ψέμα που φτιάχνει η βιομηχανία του θεάματος.
Είναι μάλιστα αξιοπρόσεκτο ότι σε αυτήν την έκτη ταινία, είναι ακριβώς αυτός ο μαγικός κόσμος που κερδίζει το ενδιαφέρον του θεατή κι όχι τόσο η δράση η οποία είναι πολύ περιορισμένη, προς το τέλος κυρίως και χωρίς εντυπωσιακές ανατροπές. Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε γι’ αυτές, αλλά είναι τόσο γνωστά πια τα βιβλία και η ιστορία, που δεν έχει νόημα- ας κρατήσουμε συνεπώς την αρχή να μην αποκαλύπτουμε το φινάλε (για το οποίο όμως ενημερωνόμαστε αν θέλουμε από εδώ).
Ο κινηματογραφικός Χάρι Πότερ όμως ξεχωρίζει στο επίπεδο της κατασκευής όχι γιατί έχει προσεγμένα κοστούμια και σκηνικά ή γιατί προσέχει τις λεπτομέρειες (που τα κάνει όλα αυτά στο μέγιστο), αλλά γιατί διαθέτει πνοή, γιατί δίνει νόημα στον κόσμο (του). Σε αυτήν την ταινία, που μοιάζει να μην συμβαίνει τίποτα εντυπωσιακό στη δράση, όλα συμβαίνουν από πίσω, υπονοούνται. Το Κακό είναι κρυμμένο αλλά υπαρκτό, η δύναμή του είναι τέτοια που βαραίνει πάνω στους ανθρώπους- μάγους και μαγκλ. Η προσθήκη της πρώτης σκηνής όπου οι Θανατοφάγοι εφορμούν στο αληθινό Λονδίνο και καταστρέφουν μια γέφυρα, υποσημειώνει ακριβώς αυτήν την πρωτοφάνερη μετά από χρόνια ύπαρξη του Κακού στον κόσμο (μας). Όσα συμβαίνουν συνεπώς στον μαγικό κόσμο και στον κόσμο των ανθρώπων, σκιάζονται από την ύπαρξη ενός άλλου κόσμου, σκοτεινού και δυνατού τόσο ώστε να απειλεί τους άλλους δύο.
Και η ευτυχία εκείνη της πρώτης ταινίας όπου τα μικρά παιδιά περνούσαν απλώς μέσα από έναν τοίχο για να αλλάξουν κόσμο, τώρα μετατρέπεται σε μεγάλη αγωνία, αφού οι
«γέφυρες» μεταξύ του κόσμου του καλού και του κακού, φέρνουν πια δυσοίωνα μηνύματα. Στο τέλος, μια τέτοια «γέφυρα» θα φέρει τους κακούς εντός του καλού. Το κακό κρύβεται μέσα μας. Κι ακόμα κι ένα ταπεινό αντικείμενο μπορεί να κρύβει την ψυχή του κακού.

Για όσους δεν διαβάσαμε τον Χάρι Πότερ σε βιβλίο (και δεν έχω διάθεση να το ξεκινήσω τώρα) η κινηματογραφική του εκδοχή, μας έδειξε έναν δρόμο προς ένα νέο είδος κινηματογράφου, αυτόν της μαζικής ψυχαγωγίας για όλον τον κόσμο. Ξέρω ότι η συζήτηση γι’ αυτό το είδος γίνεται πολλές φορές με ένταση και ιδεολογικοποιημένα επιχειρήματα. Τα επιχειρήματα όμως του παλιού κόσμου δεν επαρκούν εδώ. Ο Χάρι Πότερ είναι ταυτόχρονα ένα προϊόν της βιομηχανίας του θεάματος, αλλά και προϊόν του καιρού της εικόνας, των δικτυώσεων, του πολυπολιτισμού, της ταχύτητας της πληροφορίας. Η σοβαρότητα με τον οποίο τον αντιμετώπισαν εξ αρχής οι συντελεστές του, τον έκαναν πραγματικό κινηματογράφο σε σχέση με άλλες επικές ιστορίες στην οθόνη που παρέμειναν στο επίπεδο του «παραμυθιού» που στοχεύει στην καλοπέραση του θεατή.
Ο Χάρι Πότερ και ο Άρχοντας των Δακτυλιδιών (αλλά και τα X- Men ή το Lost για να πω δύο πρόχειρα παραδείγματα) έθεσαν με το δικό τους τρόπο, το ζήτημα της ταυτότητας και της ύπαρξης. Και το έκαναν απευθυνόμενα σε ένα τεράστιο κοινό, το οποίο μοιάζει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα ύπαρξης και ταυτότητας, μόνο του, χωρίς καμιά βοήθεια, με «εργαλεία» του παρελθόντος.
Σε ένα παιδί που μπορεί σήμερα να βρει οποιαδήποτε πληροφορία σε ένα δευτερόλεπτο στο ίντερνετ, ή να έχει δεκάδες δικτυακούς φίλους, αλλά και καθόλου ελεύθερο χρόνο όπως και καθόλου δημόσιο χώρο για να κοινωνικοποιηθεί, σε ένα τέτοιο παιδί λοιπόν, δεν θα του πει τίποτα ούτε ο Παζολίνι, ούτε ο Αντονιόνι- ας μην μπερδεύουμε ανόμοια πράγματα.
Είδα την ταινία μαζί με δεκάδες παιδιά και εφήβους στην κατάμεστη αίθουσα του Odeon Παραλίμνιο. Γνώριζαν τους κώδικες της ταινίας, καταλάβαιναν πότε έκανε κοιλιά και τους «χάιδευε, (στις όντως πολλές σκηνές φλερτ των νεαρών μάγων), πάλλονταν από συγκίνηση στη δραματική κορύφωση. Και βέβαια μιλούσαν στο κινητό, έλεγαν για τις διακοπές τους και κανόνιζαν νέα ραντεβού. Μπορεί να το έχουμε ξεχάσει αλλά αυτό είναι ο κινηματογράφος ως τέχνη, φέρνει κοντά ανόμοιους ανθρώπους. Κι αυτό είναι σήμερα το κοινό, αυτός ο κόσμος βλέπει κινηματογράφο και κάνει εισιτήρια. Μπορούμε άραγε να απορρίψουμε αυτό το κοινό τόσο εύκολα;
Το ότι ο Χάρι Πότερ μπορεί να μην είναι τέχνη αλλά μόνο θέαμα είναι ένα ζήτημα. Ό,τι κάνει όμως το κάνει με εντιμότητα, και συνέπεια, και σίγουρα είναι υποψιασμένος για το σε τι κόσμο γεννήθηκε. Και το μήνυμά του είναι απλό: Μετά από έξι ταινίες και δύο ακόμα που αναμένονται, θυμάται πάντα τη θυσία της μητέρας του για να τον σώσει, αγαπάει τους φίλους του κι έχει μια άδολη και επίμονη εναντίωση προς το κακό. Ε, δεν είναι και λίγα όλα αυτά…

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Slumdog millionaire, η απουσία του σώματος στο κόσμο του θεάματος


To Slumdog millionaire πέρα από μια ταινία που πήρε πολλά όσκαρ και κατ’ επέκταση αποτελεί πια ένα χρυσό δισκοπότηρο στα χέρια της βιομηχανίας του θεάματος, είναι και μια ταινία που εισάγει με ένα χαρούμενο και θεαματικό τρόπο, το σώμα ως το κατεξοχήν πεδίο της εντύπωσης. Όχι το σώμα ως απώλεια, έλλειψη, ιστορικό υποκείμενο ή άνθος της νεότητας- τίποτε νέο δεν θα πρόσθετε τότε- αλλά ως το κύριο αντικείμενο προς εκμετάλλευση. Κι επιπλέον (αφού πρόκειται για κινηματογράφο κι όχι «αληθινή» ζωή), το σώμα ως μεταφορά, ως εικόνα της ύπαρξής του.
Σε καλύτερες εποχές, ο Ντάνι Μπόιλ (Danny Boyle) έχει εξηγήσει με τις ταινίες του ότι αυτό το σώμα μπορεί να γίνει είδωλο κανονικότητας. Μπορεί να δώσει διέξοδο στα ψυχικά αδιέξοδα όσων ζουν στο μικρόκοσμό τους. Φτάνει να το προσέξει κανείς, να το διασώσει. Σε μια εποχή κατακερματισμένων εμπειριών, κατεστραμμένων θεών και τοξικών ιδεολογιών, ο άνθρωπος μοιάζει ικανός να αυτο-σωθεί. Υπό κάποια έννοια αυτό υπονοεί και η κυρίαρχη ιδέα του φιλελευθερισμού μετά το 1789. Και είναι παρηγορητικό να μπορείς να λύσεις τα καίρια προβλήματα της ύπαρξης, μόνος σου.
Άνθρωπος λυόμενος. Κάθαρση. Χωρίς όμως απόδοση τιμών, χωρίς υπόνοια του Άλλου, πέρα από το καθήκον, που θα έλεγαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι που εργάζονταν ως τραγωδοί.
Στην πιο γνωστή του ταινία το Trainspotting (1996) ο άνθρωπος περνάει μια χαρά ακόμα και βυθισμένος μέσα στην πρέζα. Τα καταφέρνει. Έχει χαρές και λύπες, έχει προβλήματα, όπως όλοι μας. Αλλά επιβιώνει και μας γίνεται και συμπαθής. Αν είσαι μέσα σε αυτόν τον κόσμο, «περιθωριακοί» είναι οι έξω.
Στην πιο καλή του ταινία, τα Μικρά εγκλήματα μεταξύ φίλων (1994), ταινία που τη βλέπεις ακόμα με ευχαρίστηση (ενώ το Trainspotting όχι και τόσο πια) το έγκλημα δεν εμποδίζει τον άνθρωπο να αναπτύσσει τον έσω εαυτό του. Αντίθετα, το έγκλημα ευνοεί την ανθρώπινη έκφραση. Κάτι που το γνωρίζουμε και μόνοι μας άλλωστε από την εμπειρία στον τούρμπο- καπιταλισμού.
Στο Slumdog millionaire τώρα, από όπου και να το δεις, ο άνθρωπος δεν υπάρχει. Αφού δεν παράγει δεν υπάρχει. Αφού δεν θεαματικοποιείται δεν υπάρχει.
Κι είναι ακριβώς αυτό το δαιμόνιο μυαλό του Μπόιλ που ανακαλύπτει ότι σήμερα ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να παίρνει ναρκωτικά ή να κλέβει για να έχει μια κάποια υπαρκτή ταυτότητα, αλλά αρκεί να βγει στην τηλεόραση. Τότε είναι δυνατόν να υπάρξει. Και ως άνθρωπος που είναι (κι όχι σαν άνθρωπος όπως θεωρούν τον φτωχό οι πλούσιοι) του αρκεί και μόνο η εμπειρία της ζωής του για να διαπρέψει στον κόσμο της γνώσης και των τηλεπαιχνιδιών.
Ο Ντάνι Μπόιλ δεν φτιάχνει μια αλληγορία για το δράμα της φτώχιας στον Τρίτο Κόσμο. Φτιάχνει μια μεταφορά- μια μεταφορά της μεταφοράς αν θέλουμε να ακριβολογούμε αφού μιλάμε για σινεμά.
Οι ήρωές του υπάρχουν στα πλάνα του επειδή ακριβώς παίζουν κάποιο ρόλο σε ένα τηλεπαιχνίδι. Κι υπάρχουν και στην πραγματικότητα γιατί προϋπήρξαν ως ήρωες στην οθόνη. Το είδαμε άλλωστε και στην υπόθεση της πώλησης της πρωταγωνίστριας από τον πατέρα της στην Βομβάη. Ή μήπως δεν είναι αληθινό γεγονός κι αυτό, αλλά συνέχεια της ταινίας μέσω άλλων μέσων θεάματος όπως είναι τα ειδησεογραφικά πρακτορεία και η τηλε-δημοσιογραφία;
Η καλύτερη σεκάνς του Μπόιλ είναι όταν κινηματογραφεί με ύφος ντοκιμαντέρ τους χιλιάδες φτωχούς Ινδούς που μαζεύονται μπροστά από τηλεοράσεις για να δουν αν ένας όμοιός τους θα κερδίσει το τηλεπαιχνίδι. Από απόσταση, με αμηχανία, αλλά και με επίγνωση του ρόλου της τηλεόρασης, η κάμερα μας δίνει ένα πανόραμα της απουσίας του σώματος, του ανθρώπου από τη ζωή σήμερα. Υπάρχουμε όσο καταναλωνόμαστε και καταναλώνουμε. Προοριζόμαστε μόνο για θεατές της ζωής.
Κι αν υπάρχει μια μικρή ελπίδα στο τέλος είναι βγαλμένη με δυσκολία από τα μύχια της αληθινής ζωής, από εκεί που φυτρώνει ακόμα ένας σπόρος έρωτα. Μπορεί και να φτάνει…


Slumdog millionaire Αγγλία 2008, 120'. Σκηνοθεσία: Ντάνι Μπόιλ, με τους: Ντεβ Πάτελ, Ανίλ Καπούρ, Ιρφάν Καν, Φρέιντα Πίντο κ.α.

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009

Η Άρτα, η Φλώρινα, οι γίγαντες και ένα καλό ντοκιμαντέρ

Θυμάστε- δεν μπορεί να μην θυμάστε, δεν πέρασαν ούτε πέντε δέκα χρόνια- όταν η Ελλάδα ήταν η χώρα των μεγάλων προσδοκιών, όταν το όνειρο του «γεμάτου ψυγείου» έμοιαζε τόσο εφικτό. Τότε που το χρήμα γένναγε λέει κι άλλο χρήμα, εύκολα, ανώδυνα.
Το αμερικάνικο όνειρο made in Greece τέλειωσε γρήγορα, ας πούμε ουσιαστικά και συμβολικά με την κατάρρευση του χρηματιστηρίου. Ένα σύμπτωμα εκείνων των καιρών ήταν ότι είχε εξαφανιστεί η εργασία. Δεν ήταν της μόδας ο εργαζόμενος, ο εργάτης, αλλά ο επιτυχημένος, εκείνος που τα καταφέρνει, ο «δες τον τον μπαγάσα». Δεν ήταν μόνο ελληνικό φαινόμενο, παντού στον κόσμο, η εργασία έμοιαζε σαν κατάλοιπο του παρελθόντος. Στους καιρούς των funds και της global economy, το προλεταριάτο έσβηνε μαζί με το τέλος της ιστορίας (του). Τι καιροί κι εκείνοι… Και πόσο μακρινοί.
Τον κόσμο της εργασίας τον είδα πριν από λίγες ώρες σε μια ταινία που έφερε στα Γιάννενα το 11ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης στο πρόγραμμα των εκδηλώσεών του ανά την επαρχία. Είδα ανθρώπους να εργάζονται σκληρά στην ταινία του Γιώργου Ματσίκα «Άρτα. Τα καλάμια του Σάκη. Η νταλίκα του Ηλία. Ο δρόμος για τη Φλώρινα. Φασόλια γίγαντες» (εδώ). Μια απλή, όμορφη ταινία ντοκιμαντέρ που πάει ευθεία στο στόχο και αποκαλύπτει πώς ζουν οι άνθρωποι σήμερα στη χώρα μας.
Στην Άρτα φυτρώνουν τα καλύτερα καλάμια για τις καλλιέργειες με γίγαντες στη Φλώρινα. Με το κασάρι (ένα μεγάλο κοπίδι ας πούμε) και το αλυσοπρίονο, κάποιοι άνθρωποι κόβουν ένα ένα τα καλάμια στην Άρτα, τα φορτώνουν σε φορτηγά κατά χιλιάδες και τα πηγαίνουν στη Φλώρινα όπου χρησιμοποιούνται ώστε να αναρριχώνται οι περίφημοι γίγαντες της περιοχής. Αυτή είναι όλη κι όλη η ιστορία, όπως την περιγράφει ο τίτλος, όπως την περιγράφουν οι εικόνες και οι απλές λεζάντες στο μισάωρο αυτό ντοκιμαντέρ. Κανείς σε αυτήν τη δουλειά δεν είναι πλούσιος, όλοι για το μεροκάματο δουλεύουν. Αλλά δουλεύουν… θα έχουν τους λόγους τους και τις ανάγκες τους. Κι αυτό το ασήμαντο καλάμι παίζει το ρόλο του στις ζωές τους και στην ελληνική γεωργία.
Ο σκηνοθέτης, λειτουργώντας ως δημοσιογράφος, αλλά κυρίως ως το τρίτο μάτι, αναδεικνύει μια πτυχή της «πραγματικής» Ελλάδας. Πραγματικές Ελλάδες υπάρχουν πολλές, όσες τουλάχιστον και οι άνθρωποι που ζουν σε αυτόν τον τόπο. Ενίοτε όμως πιστεύουμε μόνο σε μερικές εκδοχές αυτής της Ελλάδας κι αφήνουμε όλες τις υπόλοιπες στην αφάνεια.
Μακάρι να τη δείξει την ταινία και η τηλεόραση. Όσο για εμένα έμαθα τουλάχιστον και πού πήγαινε εκείνο το φορτηγό με τα καλάμια που είδα πριν από λίγο καιρό στην Εγνατία.
Στις υπόλοιπες προβολές πρόλαβα και είδα την ταινία «Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος γυρίζει τη Σκόνη του χρόνου» του Νίκου Λυγγούρη (εδώ). Πολύ καλή, να τη δείτε για να δείτε πώς σκέφτεται και πώς κινηματογραφεί αυτός ο μεγάλος σκηνοθέτης ο Θ. Αγγελόπουλος, ο οποίος στο παρελθόν έχει τιμήσει κινηματογραφικά όσο κανένας άλλο τα Γιάννενα. Στα Γιάννενα δεν ήρθε ακόμα η Σκόνη του χρόνου. Ήρθε όμως το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (εδώ) κι έφερε μια δροσιά. Και του χρόνου…

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

Σφραγισμένα χείλη και αποσιωπήσεις


Θεωρητικά στο σινεμά όλα πρέπει να ξεκινούν μπροστά στη λευκή οθόνη μόλις κλείσουν τα φώτα. Το τι ξέρουμε για την ταινία ή ποιες είναι οι αντιλήψεις μας για την τέχνη δεν θα πρέπει να έχουν καμιά σημασία, μπροστά σε μια νέα πρόταση που διεκδικεί το πλήρες ενδιαφέρον μας. Αντικειμενικά όμως, κάτι τέτοιο στον κόσμο μας δεν μπορεί να γίνει. Ειδικά στην εποχή μας, με τόση πληροφόρηση που έχουμε και τόσα μέσα στη διάθεσή μας, δύσκολα θα προσέλθουμε στην αίθουσα έτοιμοι να ανακαλύψουμε κάτι καινούργιο.
Με τα Σφραγισμένα Χείλη, μια ταινία που στηρίζεται στο πολύ επιτυχημένο παγκοσμίως βιβλίο «Διαβάζοντας στη Χάννα» (στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Κριτική), το πρόβλημα που έχει να λύσει ο θεατής γίνεται πιο πολύπλοκο.
Με το που αρχίζει η ταινία, το κοινό μοιράζεται σε αυτούς που έχουν διαβάσει το βιβλίο και σε αυτούς που δεν το έχουν διαβάσει. Το να έχεις διαβάσει το πολύ καλό βιβλίο του Μπέρναρντ Σλινκ (Bernhard Schlink), πέρα από το να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, όπως κάθε καλό βιβλίο σε κάνει, σου δίνει το πλεονέκτημα να γνωρίζεις και το τέλος της ταινίας, το κρυμμένο μυστικό της. Στην προκειμένη περίπτωση το κύριο σεναριακό εύρημα- το ότι δηλαδή η όμορφη 40χρόνη ερωμένη ενός 15χρονου στη Γερμανία αμέσως μετά τον πόλεμο, αποδεικνύεται πρώην δεσμοφύλακας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης-, ε, δεν είναι δα και τόσο ασήμαντο ώστε να το παραβλέψει κανείς εύκολα. Ευτυχώς στην Ελλάδα ακόμα και τα μπεστ σέλερ δεν τα διαβάζουν και πολλοί άνθρωποι, οπότε οι περισσότεροι δεν γνώριζαν από την αρχή τι θα γίνει στην ταινία. Βέβαια με την ανάπτυξη των πάσης φύσεως μέσων ενημέρωσης, τίποτα δεν μένει κρυφό, οπότε ας πούμε ότι πάνω κάτω οι μισοί θεατές ξέρουν πλέον τι θα δουν.
Επιμένω σε αυτό το σημείο γιατί είναι φανερό ότι θα αποτέλεσε πεδίο προβληματισμού και για τον ίδιο σκηνοθέτη όταν ανέλαβε την ταινία. Λίγο ότι η υπόθεση ήταν γνωστή, λίγο η απώθηση που έχει ένα μέρος του μαζικού κοινού σε ανθρώπινες ιστορίες για τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, δεν θέλει και πολύ να αποτύχεις. Και σίγουρα είναι ένα ζήτημα η φόρμα που θα επιλέξεις, ο τρόπος να παρουσιάσεις την ιστορία.
Ο σκηνοθέτης Στίβεν Ντάλντρι (Stephen Daldry) γνωστός από τον Μπίλι Έλιοτ, αλλά και τις Ώρες, είναι φανερό ότι γοητεύτηκε από τη συνάντηση των δύο ηρώων του, από αυτήν την τρομακτική όσο και πολύ ερωτική συνεύρεση δύο ανθρώπων που εξέφραζαν σε μία δεδομένη, ιστορική χρονική στιγμή, δύο ολόκληρους κόσμους. Η γυναίκα από τη μία, βγαίνει από τον πόλεμο στον οποίο συμμετείχε ενεργά ως τμήμα της πιο θηριώδους ρατσιστικής μηχανής που γέννησε η Ιστορία, τον ναζισμό, και προσπαθεί να ζήσει τη ζωή της. Ο νέος άντρας από την άλλη, θέλει με πάθος να ζήσει τη δική του ζωή και δεν νιώθει να τον βαραίνει η Ιστορία και οι επιλογές που έκανε η πατρίδα του. Μπορούν άραγε δύο τέτοιοι άνθρωποι να συνυπάρξουν; Η απάντηση είναι, ναι, μπορούν όσο είναι ερωτευμένοι. Ο έρωτας, η ίδια η ερωτική πράξη, απογυμνώνει τους ανθρώπους από όσα τους φορτώνει η κοινωνία και η θέση τους μέσα σε αυτήν. Είναι δύο κορμιά, δύο ψυχές που έχουν να αντιπαλέψουν μόνο η μία την άλλη. Γι’ αυτό και η ταινία στο πρώτο μέρος δίνει βάρος στον ερωτισμό στη "γύμνια" (άρα και την αθωότητα;) των ηρώων.
Κανείς όμως άνθρωπος στη μέχρι τώρα τουλάχιστον ιστορία της ανθρωπότητας, δεν υπήρξε μόνο ως σώμα και ως μία διαρκώς ανανεούμενη tabula rasa. Κουβαλάει μέσα του κι άλλες «εγγραφές» και πολλαπλές ταυτότητες, με κυριότερη αυτήν της κοινωνικής του θέσης, την πολιτική του ταυτότητα με άλλα λόγια.
Η ηρωίδα δεν είναι μόνο μια ερωτεύσιμη γυναίκα που έχει τη δυνατότητα να ανακαλύψει ξανά το σώμα της. Είναι και μια βασανίστρια σε στρατόπεδο εξόντωσης ανθρώπων. Ήταν μια υπάκουη υπάλληλος του κράτους θα πει στη δίκη της κι έκανε αυτό που της έλεγαν. Έκρινε τις καταστάσεις σύμφωνα με τη θέση της μέσα στο σύστημα και με τα εφόδια που διέθετε. Κι έτσι εισβάλλει με δύναμη το δεύτερο ερώτημα: Είμαστε οι επιλογές μας; Το ότι άλλοι μας επιβάλλουν αυτές τις επιλογές, μας απαλλάσσει και από τις ευθύνες;
Η Χάνα Σμιτς την οποία ερμηνεύει με πολύ καλή οικονομία υποκριτικών μέσων η Κέιτ Γουίνσλετ (Kate Winslet)- και γι’ αυτό της το ερμηνευτικό μέτρο νομίζω ότι πήρε τελικά και το όσκαρ- ήταν υπάλληλος σε ένα κρατικό σύστημα θανάτου και επιπλέον ήταν και αναλφάβητη σε βαθμό ώστε να μην μπορεί καν να διαβάσει μια διαταγή. Στην πράξη όμως, στην πραγματική ζωή, αυτό δεν σημαίνει τίποτα από τη στιγμή που κάποιοι άλλοι πληρώνουν με τη ζωή τους, αυτές της τις ιδιότητες.
Ο Μάικλ από την άλλη πλευρά- τον ερμηνεύει ωραία σε νεαρή ηλικία ο Ντέηβιντ Κρος (David Kross) και σε μεγάλη ο Ραλφ Φάινς (Ralph Fiennes)- ενηλικιώνεται μέσα στην αφέλεια του ερωτισμού στη σχέση του με τη Χάνα, συντρίβεται όμως από την πραγματικότητα όταν ως φοιτητής Νομικής πέφτει μετά από κάποια χρόνια, χωρίς να το γνωρίζει εκ των προτέρων, στη δίκη της Χάνας. Και τότε προφανώς και αποκωδικοποιεί καλύτερα τη συμπεριφορά της όταν ήταν μαζί, το σημαντικό όμως είναι ότι κατανοεί πια ότι κανείς δεν είναι αθώος του κόσμου τούτου. Ακόμα κι αυτός, από τη στιγμή που ξέρει, δεν μπορεί να παραμείνει ο ίδιος άνθρωπος που ήταν πριν. Όταν ξέρεις ότι η γυναίκα που ερωτεύτηκες σκότωνε κόσμο στον πόλεμο, τότε κάτι πρέπει να κάνεις. Δεν θα κάνει τίποτα τελικά. Θα είναι κάτι που θα κουβαλάει μαζί του και 30 χρόνια μετά. Ούτε οι άλλοι συμφοιτητές του θα κάνουν κάτι, ακόμα κι εκείνοι που κατάλαβαν το βάρος της συλλογικής ενοχής. Και ίσως το να μην κάνουν κάτι ήταν μια κρίσιμη πολιτική επιλογή στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Μέχρι πότε όμως θα λύνει (αν τα έλυσε τελικά) τα προβλήματα, η σιωπή;
Κι έτσι, τίθεται και το τρίτο ερώτημα: Υπάρχει συλλογική ευθύνη; Υπάρχει. Υπάρχει η υποχρέωση να γνωρίζεις την αλήθεια, να διαχειριστείς τις συνέπειές της και να βρεις τρόπο να λυτρωθείς, ατομικά και συλλογικά. Ο φασισμός δεν ήταν μία εκ των άνω επιβολή, αντίθετα χρειάστηκε τη συμμετοχή και των κάτω για να φτάσει στο σημείο να ονειρευτεί την πλανητική επιβολή το 1939. Οι Εβραίοι, οι πολιτικοί αντιφρονούντες, οι τσιγγάνοι ή οι ομοφυλόφιλοι που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα δεν ήταν ένα στιγμιαίο γεγονός που θα έπρεπε να ξεχαστεί και να περάσει στον κόσμο της σιωπής, με το που καταδικάστηκαν μερικοί πρωτεργάτες. Αντίθετα ήταν το αποτέλεσμα ολόκληρων ιδεολογικών συστημάτων και διαδεδομένων αντιλήψεων για τη φύση του ανθρώπου και της δημοκρατίας.
Αυτό το ερώτημα η ταινία το αγγίζει πιο αμήχανα σε σχέση με τα άλλα δύο που θέσαμε παραπάνω, αν και το κάνει με περισσότερο έκδηλο τρόπο θα λέγαμε κάποιες στιγμές, μέσω δηλαδή πολιτικοποιημένων διαλόγων μεταξύ των φοιτητών νομικής και του καθηγητή τους (Μπρούνο Γκανζ- Bruno Ganz) ή μέσω μορφασμών των κατηγορουμένων στη δίκη οι οποίοι δείχνουν να μην έχουν πειστεί για την ενοχή τους.
Η μορφοποίηση τέτοιων σημαντικών ζητημάτων είναι όντως ένα πολύ δύσκολο θέμα ειδικά για τον κινηματογράφο. Αντίθετα στη λογοτεχνία που ο αναγνώστης έχει την άνεση να σκεφτεί και να φανταστεί με τους δικούς του όρους, αρκεί συχνά μόνο να τίθενται τα ζητήματα από τον συγγραφέα. Τα υπόλοιπα τα καλύπτει η ανάγνωση.
Η ταινία επιχειρεί πάντως κάτι ανάλογο: Αφήνει τον ήρωα, μεσήλικα πια, να απομακρύνεται στο τέλος μαζί με την κόρη του αποφασισμένος να της πει την αλήθεια για τη ζωή του. Εμείς τους βλέπουμε να απομακρύνονται χωρίς να ακούμε τι λένε. Φανταζόμαστε μόνο, οπότε στην ουσία θέτουμε τις δικές μας ερωτήσεις. Πώς μιλάμε άραγε στα παιδιά μας για τον ναζισμό;
Και η Χάνα, έχοντας μάθει να διαβάζει στη φυλακή, θα καταλάβει με τα χρόνια ότι η ανάγνωση λυτρώνει με έναν ιδιόμορφο τρόπο. Μας φέρνει αντιμέτωπους με το είναι μας. Και το είναι διαμορφώνει τη συνείδηση όπως έλεγε κι ένας μεγάλος στοχαστής από εκείνα τα μέρη.
Το θέμα είναι ποιος την αντέχει αυτή τη συνείδηση...

* Σφραγισμένα χείλη- The reader, ΗΠΑ- Γερμανία 2008, 123’ Σκηνοθεσία: Στήβεν Ντάλντρι. Ηθοποιοί: Κέιτ Γουίνσλετ, Ραλφ Φάινς, Ντέηβιντ Κρος, Μπρούνο Γκανζ, Λένα Όλιν