Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

"Κόκκινη Αμερική": Από την έφοδο στον ουρανό, στο δρόμο της ευημερίας


Η μεγάλη περιπέτεια της ριζοσπαστικοποίησης Ελλήνων μεταναστών στις ΗΠΑ από το 1900 ως το 1950, στην «Κόκκινη Αμερική» του Κωστή Καρπόζηλου, ένα υποδειγματικό βιβλίο ιστορίας με πολλαπλές αναγνώσεις


Ένα από τα εκδοτικά γεγονότα της χρονιάς που φεύγει είναι το βιβλίο του Κωστή Καρπόζηλου «Κόκκινη Αμερική, Έλληνες μετανάστες και το όραμα του Νέου Κόσμου, 1900- 1950» από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. 
Είναι ανεπιφύλακτα μία σημαντική παρέμβαση στην έρευνα της ελληνικής μετανάστευσης, μία ολοκληρωμένη εργασία πάνω στη σχέση των μεταναστών στις ΗΠΑ με τις ιδέες του σοσιαλισμού, ένα βιβλίο συνεισφορά ευρύτερα στην ελληνική ιστοριογραφία και ειδικότερα στην ιστορία των πολιτικών ιδεών τον 20ο αιώνα.
Το γεγονός ότι προέρχεται από έναν νέο ιστορικό, με αξιόλογες σπουδές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, Διευθυντή σήμερα των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) και μεγαλωμένο στην πόλη μας, κάνουν αυτό το βιβλίο ακόμα πιο ενδιαφέρον για τους Γιαννιώτες αναγνώστες και αναγνώστριες.

Μία μεγάλη διαδρομή

Κατά τη δεκαετία του ’90 στην Ελλάδα έρευνες και δημοσιογραφικά άρθρα, ανέδειξαν τη ρατσιστική αντιμετώπιση που συνάντησαν πολλοί Έλληνες μετανάστες στην Αμερική πριν από τον πόλεμο. Οι αποκαλύψεις αυτές αντιμετωπίστηκαν από κάποιες πλευρές ως υπερβολικές ή αναξιόπιστες, προβάλλοντας ως αντίθεση την εικόνα του καταξιωμένου στην αμερικανική κοινωνία Έλληνα που ήκμασε και έφτασε ψηλά. Ισχύει όντως αυτή η εικόνα,  κυρίως όμως μετά τον πόλεμο σε μία πολύ διαφορετική περίοδο, οικονομικά και κοινωνικά. Τι έγινε όμως πριν από αυτήν την περίοδο με το πρότυπο του πετυχημένου μετανάστη που έστελνε εμβάσματα και έκανε ευεργεσίες στο χωριό καταγωγής του;
Ο Κ. Καρπόζηλος δεν θέλει να γράψει μία συνολική ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης, αν και είναι φανερό από τα στοιχεία που παραθέτει, ότι τη γνωρίζει καλά. Εστιάζει σε εκείνους τους μετανάστες που επιλέγουν την περιπέτεια του συνδικαλισμού, των σοσιαλιστικών ιδεών, του ριζοσπαστισμού. Τους «κόκκινους», όπως θα τους ήθελε μία πολιτική χαρτογράφηση αποδεκτή ως ένα βαθμό και σήμερα.
Η αφετηρία της «Κόκκινης Αμερικής», όπως την αναφέρει από την εισαγωγή, βρίσκεται «στα αξεδιάλυτα νοήματα που συνδέουν τον οραματισμό ενός Νέου Κόσμου με τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές πραγματικότητες των Ηνωμένων Πολιτειών».
Ο Νέος Κόσμος που ταυτίζεται σταδιακά με την ακμάζουσα χώρα των ΗΠΑ, ο οραματισμός ενός καλύτερου μέλλοντος για όλους, είναι κι ένα στοιχείο τομής που συμπυκνώνει ετερογενείς δυνάμεις οι οποίες και αποτελούν ήδη από τον 19ο αιώνα αυτή τη μεγάλη προσπάθεια που καταλήγει σε αυτό που μάθαμε να αποκαλούμε «Αμερική». Κυρίαρχο τμήμα αυτής της προσπάθειας είναι οι μετανάστες που καταφτάνουν από την Ευρώπη κι όλο τον κόσμο.
Από το 1890 ως το 1924, 500 χιλιάδες Έλληνες θα φτάσουν στην Αμερική αντιδρώντας στην ανέχεια και τη φτώχεια που άφηναν πίσω τους οι οικονομικές κρίσεις στον τόπο τους, τα κοινωνικά αδιέξοδα ή η αδυναμία των κρατικών μηχανισμών που τους θυμούνταν μόνο όταν ήταν να τους στρατεύσει υποχρεωτικά σε αέναους πολέμους. Στόχος τους, τι άλλο, η εύρεση εργασίας. 
Οι μετανάστες ειδικά από την Ελλάδα και την Οθωμανική αυτοκρατορία που φτάνουν στις ΗΠΑ δεν έχουν εμπειρίες από σοσιαλιστική ή συνδικαλιστική δράση. Αντίθετα, μετανάστες από άλλες ευρωπαϊκές χώρες με βιομηχανική παραγωγή ή ευρύτερη ανάπτυξη των ιδεών του σοσιαλισμού, έχουν εμπειρίες συλλογικής οργάνωσης και δράσης.
Πώς αυτοί οι Έλληνες, με εμπειρίες συχνά μόνο από την ύπαιθρο και τις αγροτικές δουλειές, έρχονται σε επαφή με τον σοσιαλισμό; Το ότι έρχονται σε επαφή πάντως είναι βέβαιο, έστω για κάποια τμήματα του συνολικού πληθυσμού. Και κλειδί γι’ αυτό είναι ότι μπαίνουν στο χώρο της εργασίας, γίνονται εργάτες σε μεγάλες βιομηχανικές μονάδες και εργασίες που απαιτούσαν πολύ προσωπικό (κατασκευές, ορυχεία κλπ).
Ο μεταναστευτικός ριζοσπαστισμός στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, δικτυώνεται με σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές εκδόσεις, εφημερίδες και περιοδικά, οργανώσεις σε σύνδεση με πολιτικούς φορείς της αμερικάνικης αριστεράς, πολυεθνικά εργατικά συνδικάτα.
Χαρακτηριστική είναι η διαδρομή 40 χρόνων των ελληνικών εφημερίδων που εκφράζουν αυτό το πολιτικό φορτίο της Αριστεράς από το 1918 ως το 1956 (Η Φωνή του Εργάτου, το Εμπρός κ.α).
Κι εδώ έρχεται και μία κύρια απάντηση στο βιβλίο. Μελετώντας τον ελληνικό ριζοσπαστισμό των μεταναστών αναδεικνύεται και η πολιτικοποίηση στην Αριστερά στην όποια μορφή της κι αν επιλέγεται, ως μία διακριτή εκδοχή εξαμερικανισμού. Ο συνδικαλισμός, η ζύμωση σε πολιτικές ιδέες, ο ακτιβισμός είναι και μία πορεία των μεταναστών προς μία νέα ταυτότητα, ατομική και συλλογική, ταυτότητα που ταιριάζει με ό,τι συμβαίνει γύρω τους και ανατροφοδοτεί νέους δρόμους επικοινωνίας.
Παράλληλα πάντως, οι Έλληνες μετανάστες διατηρούν αρχικά, ακόμα το ενδιαφέρον τους για τις εξελίξεις στην Ελλάδα, βλέπουν δηλαδή ταυτόχρονα προς τα εμπρός και προς τα πίσω, έχοντας ως όχημα την αριστερή στράτευση και το ενδιαφέρον τους για την πολιτική του καιρού τους.
Η ιστορική διαδρομή θα είναι ταχύτατη, οι εξελίξεις ραγδαίες και μέσα σε αυτές αλλάζουν και οι ίδιοι. Δύο μεγάλοι πόλεμοι, η Μεγάλη Ύφεση, η εκτόξευση της εκβιομηχάνισης. Τι έζησαν και οι μετανάστες εκείνοι! Κι όμως πολλοί τα κατάφεραν, οι ίδιοι ή τα παιδιά τους. Οι Έλληνες μετά τον πόλεμο ξεχωρίζουν μέσα στην κοινωνία, για να φτάσουν ως τις μέρες μας να διεκδικήσουν ως και τον προεδρικό θώκο των ΗΠΑ με έναν υποψήφιο με καταγωγή μάλιστα από την Ήπειρο. 
Η Αμερική στη δεκαετία του ’50, ικανοποιεί βασικές ανάγκες των εργαζομένων για ατομική ευημερία και ανέλιξη (σταθερή εργασία και μισθός, σπουδές για τα παιδιά, σπίτι στα προάστια). Μοιάζει έτσι να ικανοποιεί και πολλές από τις αναζητήσεις του Μεσοπολέμου, τότε που η Μεγάλη Κρίση τροφοδοτούσε και τον εργατικό ριζοσπαστισμό. Η μνήμη εκείνης της φτώχειας, έρχεται και συμπληρώνει τη συμφωνία σε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Κάτι παρόμοιο συνέβη, άλλωστε και στη Δυτική Ευρώπη μετά τον πόλεμο, διαμορφώνοντας και μία νέα αριστερά που αποδέχεται πλέον ως δεδομένη την κοινωνική και πολιτική σταθερότητα και την οικονομική πρόοδο.
Απέτυχε συνεπώς το προπολεμικό ριζοσπαστικό κίνημα; Εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι απέτυχε. Το όραμα όμως για μία καλύτερη ζωή, το όραμα που πυροδότησε την επαναστατική σκέψη και πράξη στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα,  εμφανίζεται αραιά και που και σήμερα, ως ένα έκκεντρο σχόλιο ενός σιωπηρού χάους που αφήνει πίσω της η απελευθέρωση των κεφαλαίων και η μετατροπή των ατομικών υποκειμένων σε μαζικούς καταναλωτές. Πολλοί κύκλοι έκλεισαν για πάντα, κάποιοι ίσως να είναι ακόμα ανοιχτοί.
Αλλά ας επιστρέψουμε στο βιβλίο, το οποίο είναι κι αυτό που μας προκαλεί αυτές τις επάλληλες, κυκλικές σκέψεις και μας συνδέει με πολλές άλλες ιστορίες και μεγάλες ή μικρές υποθέσεις που χαρακτήρισαν αυτόν τον σπουδαίο 20ο αιώνα.

Μάχες, όραμα και ευημερία 

Η σφαγή των εξεγερμένων εργατών που ζούσαν στην απόλυτη εξαθλίωση, το  1914 στο Λάντλοου από την εθνοφρουρά του Κολοράντο και η εμβληματική παρουσία του Έλληνα Λούη Τίκα, ηγέτη της απεργιακής κινητοποίησης στα ορυχεία, μοιάζει ως ένα κατάλληλο  σημείο έναρξης για να πιάσει κανείς το νήμα της ιστορίας. Ένας Έλληνας μετανάστης θα γράψει στα αγγλικά, τον Αύγουστο αυτής της χρονιάς στο σημαντικότερο περιοδικό της αμερικάνικης αριστεράς για τη σχέση του καπιταλισμού και τη δολοφονική καταστολή εκείνης της απεργίας, δείχνοντας και τα άλματα που κάνει η συνείδηση μέσα σε καταστάσεις βίαιας ωρίμανσης, ατομικής και συλλογικής. Τον Λούη Τίκα τον ανακαλύψαμε μάλλον αργά στην Ελλάδα, αλλά τα τελευταία χρόνια προκαλεί ευρύτερο ενδιαφέρον ο ιστορικός του ρόλος. Ένας Έλληνας, ήρωας του αμερικανικού εργατικού κινήματος, σύμβολο και για μία διαφορετική διαδρομή του μεταναστευτικού κύματος από όσες γνωρίζαμε.
Τα πρώτα μαχητικά χρόνια (1912- 1914) με όσμωση παράλληλα με τις σοσιαλιστικές οργανώσεις της αμερικάνικης αριστεράς, τα δίκτυα με τις ζυμώσεις στον ελληνικό σοσιαλισμό, η αλληλεγγύη μεταξύ των Ελλήνων εργατών, αναλύονται στο πρώτο κεφάλαιο («Ριζοσπάστες δύο κόσμων 1900 – 1921») με πολλές ιστορίες που θα τις χαρακτήριζε ο σημερινός αναγνώστης ακόμα και ως γοητευτικές. Γιατί αυτό που αποκαλύπτεται, είναι ότι ο Έλληνας μετανάστης δεν ήταν μία εικόνα, ένα είδωλο για να το κατηγοριοποιούμε εμείς σήμερα ανάλογα με τις προτιμήσεις μας, αλλά ένα ζωντανό, δρων υποκείμενο. Οι μετανάστες ζούσαν όπως μπορούσαν καλύτερα τη ζωή τους, πάλευαν γι’ αυτήν προσπαθώντας να προσαρμοστούν σε ένα νέο περιβάλλον, να γίνουν μέρος του.
Τα επόμενα κεφάλαια, «Το πρόβλημα της ταξισυνειδησίας 1921 – 1929» και «Κρίση και επανάσταση 1929- 1934» θα δείξουν ότι η περιπέτεια ποτέ δεν σταμάτησε και οι μορφές που έπαιρνε άλλαζαν συνέχεια.
Το 1924 λαμβάνονται κρατικά μέτρα που περιορίζουν την είσοδο νέων μεταναστών ενώ όλη αυτήν την περίοδο οι εργατικοί αγώνες καλούνται να απαντήσουν και σε πιο πολύπλοκα ερωτήματα από τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και μόνο. Το ερώτημα του εξαμερικανισμού των εργατών έρχεται και απαντά και στο πιο δύσκολο επίδικο, του  πόσο ενιαία μπορεί να είναι η στάση εργατών με διαφορετική εθνική καταγωγή. Αλλά υπάρχουν κι άλλα ερωτήματα όπως το αν η απάντηση στα οικονομικά προβλήματα θα πρέπει να είναι εθνική (να δουλέψουμε όλοι μαζί οι Έλληνες) ή ταξική (όλοι οι εργάτες έχουν τα ίδια προβλήματα) και μαζί με τις αντανακλάσεις από τις αλλαγές στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα με την παγίωση του ρόλου της Σοβιετικής Ένωσης, αυξάνουν τα διλήμματα, αλλά και τις επιλογές.
Και τα χρόνια περνάνε, με σημαντικούς όμως σταθμούς στη διαδρομή. 
Η σταδιακή ανάδειξη και προσαρμογή στην κρίση και τη Μεγάλη Ύφεση τα αλλάζει όλα. Κρίση στις ενδοκοινοτικές σχέσεις που δεν επαρκούν πια ως απάντηση στις προκλήσεις των καιρών, ρήξη με την πατρίδα που «κουρεύει» τις τραπεζικές καταθέσεις των μεταναστών, αλλά μοιάζει πια και πολύ μακριά, ανεργία, εξώσεις, αγώνες κι άλλοι αγώνες, αλλά και πολιτιστικές δράσεις, καλλιτεχνικές αναζητήσεις, μόρφωση, μεγάλα και μικρά θέματα στην  καθημερινότητα του μετανάστη, πολύπλοκη καθημερινότητα όπως ισχύει για όλους, όλες τις εποχές.
Αλλά και αυτοοργάνωση των κομμουνιστών που μπορούν να μετατρέπουν τα προβλήματα σε συλλογική διεκδίκηση, το «σοβιετικό παράδειγμα», οι αναζητήσεις λύσεων με πυγμή σε ανατροφοδότηση με την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη από κάποιες άλλες πλευρές απέναντι από τον ριζοσπαστισμό.
Η αμερικάνικη αριστερά μετέχει σε αυτό το μεγάλο πεδίο προκλήσεων και διλημμάτων, έχει προτάσεις, αποκτά ακροατήριο, αλλά στις εκλογές του 1932 ο πολύς κόσμος γοητεύεται από την υπόσχεση του Φρ. Ρούζβελτ για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Παράλληλα, αυτήν την περίοδο πολλοί Έλληνες μετανάστες εκλέγονται σε διάφορα θεσμικά όργανα, κάνοντας ορατή την παρουσία τους στο αμερικανικό σύστημα. 
Νέες απεργίες έρχονται το 1934 με τη συμμετοχή πια των μεταναστών δεύτερης γενιάς που ζητάνε ισότητα. Εμφανίζονται δυναμικά στο προσκήνιο οι «ξεχασμένοι» της Μεγάλης Ύφεσης που ζητούν πρόσβαση σε μία καλύτερη ζωή.
Η επόμενη περίοδος, στο κεφάλαιο «Πόλωση και συμβιβασμοί  1935- 1940» , αναδεικνύει την εποχή του «Λαϊκού Μετώπου» και την παγκόσμια αντιφασιστική ενότητα, την ταύτιση των στρατηγικών των κομμουνιστών με την αμερικάνικη ιδεολογία, τον «λαό» να  μπαίνει μπροστά στο δρόμο για ένα κοινό όραμα, τα αιτήματα της εργατικής τάξης μοιάζει να ταιριάζουν πια με τις αναζητήσεις κι άλλων πολλών. Οι Έλληνες εργάτες αυξάνονται ριζικά στα συνδικάτα, οι εθελοντές στον Ισπανικό Εμφύλιο έχουν και αμερικάνικο και ελληνικό χρώμα, ο δεύτερος μεγάλος πόλεμος μοιάζει να ξεσπά σε μία περίοδο μεγάλων προκλήσεων για την Αμερική. Το μέλλον κυοφορείται ακόμα και αυτήν τη σκοτεινή περίοδο του πολέμου που ακολουθεί ως το 1945, κατά την οποία η οριογραμμή του αντιφασιστικού μετώπου μοιάζει σαν έναν ακόμα δρόμο προς τον ουρανό για μεγάλα πλειοψηφικά ρεύματα που μέσα τους χωνεύουν νέες, ετερόκλητες ιδεολογικές και πολιτικές ζυμώσεις.
Κι εκείνη, η απίστευτη σήμερα, αυτο- διάλυση του ΚΚ ΗΠΑ το 1944 ώστε να εξυπηρετηθεί η αντιφασιστική ενότητα και η προοπτική σύγκλισης σοσιαλισμού- καπιταλισμού σε μία σύνθεση συνεργασίας μετά τον πόλεμο. Τι κίνηση! Κι από κοντά, οι ελληνικές εξελίξεις, ο Δεκέμβρης, με «έδαφος» διεργασιών και ανακατατάξεων και στην ελληνική κοινότητα της Αμερικής, αλλά και η κατάρρευση των προσδοκιών για μία άλλη  μεταπολεμική μετάβαση. 
Ο Ψυχρός Πόλεμος γίνεται η απάντηση σε όλες αυτές τις αναζητήσεις, σαν να κλείνουν για πάντα όλα όσα άνοιξαν πριν από τον πόλεμο. Αλλάζουν όλα πια, αλλάζουν οι κοινωνικές σχέσεις, αλλάζουν οι πολιτικές συνταυτίσεις, νέα διλήμματα προκύπτουν,  συχνά τραγικά σε ατομικό επίπεδο αν σε καλέσουν για παράδειγμα σε κάποια επιτροπή ιδεολογικού ελέγχου και πρέπει να προδώσεις όλη την προηγούμενη ζωή σου για να επιβιώσεις. Αλλά στα πρακτικά ζητήματα, στο πεδίο της πραγματικότητας όπως λέμε συχνά στις μέρες, η εποχή της ευημερίας που ξεκινά, υπερνικά πολλές από τις άλλες αναζητήσεις. 
Στον επίλογο του βιβλίου ο συγγραφέας γράφει: «Για πολλούς μετανάστες, της πρώτης, αλλά και της δεύτερης γενιάς, το να είσαι κομμουνιστής ήταν ένας τρόπος να είσαι Αμερικανός. Στις μεταπολεμικές συνθήκες η δυνατότητα αυτή είχε ακυρωθεί.  Για να είσαι Αμερικανός, έπρεπε πλέον να είσαι αντικομμουνιστής». 
Η «Κόκκινη Αμερική», μία μελέτη 541 σελίδων, με πρωτότυπο υλικό, φωτογραφίες και βιβλιογραφία, όλα υψηλού επιπέδου, είναι μία μακρά αφήγηση με αφετηρία την πολιτική συνειδητοποίηση Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική μέσα στους κόλπους του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού δρόμου. 
Παραμένει ως το τέλος ένα  καθαρόαιμο βιβλίο ιστορίας που είναι βέβαιο ότι στο μέλλον θα βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε νέας έρευνας για τη μετανάστευση των Ελλήνων. Για τον αναγνώστη μοιάζει όμως και σαν μία σύγχρονη αφήγηση, κομμάτι από μία εθνική σάγκα θα λέγαμε, ένα μόνο νήμα της οποίας επιλέξαμε από εδώ να ακολουθήσουμε. Άλλοι πιο επαρκείς αναγνώστες θα βρούνε πολύ περισσότερα, σίγουρα σε αυτό το βιβλίο.

Δημοσιεύτηκε στην "Ελευθερία" Ιωαννίνων στις 14 Δεκεμβρίου 2017

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

Μου γράφεις μια κασέτα;

Το «Για μια χούφτα βινύλια»  της Χίλντας Παπαδημητρίου είναι ένα συναρπαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα γεμάτο από αγάπη για τη μουσική και μία πικρή γεύση για το πώς έχει καταντήσει η ζωή μας που ούτε ένα τραγούδι δεν προλαβαίνουμε να ακούσουμε πια.
Κάπου το συζητάνε και οι ήρωες και θυμήθηκα ότι μόλις πριν από λίγα χρόνια ακούγαμε μουσική από δίσκους και κασέτες. Κασέτες… Φτιάχναμε μία λίστα και πηγαίναμε να μας γράψουν μία, που μετά τη λιώναμε. Ποιος είχε ακούσει τότε για τα πνευματικά δικαιώματα;
Μετά ήρθανε τα cd βέβαια με τον απίστευτα καθαρό ήχο και τώρα πια οι μουσικές «κατεβαίνουν» και ζουν μέσα σε μικροσκοπικές ψηφιακές συσκευές.
Δεν χρειάζεται να νοσταλγούμε τη διαδικασία. Πριν μερικά χρόνια πρέπει να πέταξα όλες τις κασέτες που είχα, ακόμα και μια σειρά εκπομπών που έκανα για τα κόμικς στη Θεσσαλονίκη, τη μοναδική τότε σε όλη την Ελλάδα για την 9η τέχνη.
Δεν θέλω να δένομαι με όλα τα αντικείμενα που μένουν πίσω για να θυμίζουν το παρελθόν. Καμιά φορά πρέπει να κόβεις την εύκολη νοσταλγία για να αφήνεις χώρο για τα πιο σημαντικά.
Αυτό όμως που λείπει πια είναι η διαδικασία. Να βρεις το τραγούδι, να το εντάξεις σε ένα πλαίσιο, να το βάλεις στον δικό σου κόσμο. Τώρα όλα είναι πλέον στο Δίκτυο. Καλύτερα βέβαια, από το να σιγοτραγουδάς λάθος τους στίχους επειδή δεν σου φτάνουν τα αγγλικά σου. Αλλά η διαδικασία μετράει. Η μουσική είναι μία μύηση. Δεν είναι τεχνική. Ούτε διατίθεται τόσο εύκολα όσο νομίζουμε.

Το βιβλίο επανακυκλοφορεί σε έκδοση τσέπης σε πολύ χαμηλή τιμή

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Σώτης Τριανταφύλλου "Για την αγάπη της γεωμετρίας" (και για τη βία ως δομικό στοιχείο της ελληνικής οικογένειας)

Με το μυθιστόρημά της "Για την αγάπη της γεωμετρίας" (εκδόσεις Πατάκη) η Σώτη Τριανταφύλλου επιστρέφει στις μεγάλες αφηγήσεις και καταφέρνει να γράψει ένα βιβλίο με αφηγηματικές αρετές, καθαρούς χαρακτήρες, ιστορικό υπόβαθρο και μία καινούργια ιδέα, αν θα μπορούσε να την πει κανείς έτσι.
Η ηρωΐδα της μεγαλώνει στην Αθήνα και παρακολουθούμε την ημερολογιακή της καταγραφή από το '60 ως το '80. Ιδιαίτερα τα χρόνια πριν και κατά τη διάρκεια της χούντας μοιάζουν με χρονικό που παρουσιάζει μια εικόνα "εκ των έσω" εκείνων που έζησαν με τη δικτατορία, των περισσότερων δηλαδή Ελλήνων μικροαστών. Εκείνων που την έζησαν και δεν σκοτίστηκαν και πολύ και για να τη ρίξουν κιόλας κι ας είπανε άλλα μετά.
Παρ' όλα αυτά όμως, αυτό το κομμάτι του βιβλίου ενώ διαβάζεται εύκολα, μοιάζει να χρησιμοποιείται περισσότερο σαν προετοιμασία για το δεύτερο τμήμα, όπου πια η ηρωϊδα φεύγει από το σπίτι.
Όταν λέμε ηρωΐδα εννοούμε ένα παιδί που του αρέσει το ροκ εν ρολ σε έναν κόσμο που λατρεύει τους νεκρούς του εμφυλίου και μένει δέσμιο μιας πουριτανικής ηθικής πλασσαρισμένης σαν "παράδοση" και ελληνική  "αυθεντικότητα".
Γράφω όμως αυτό το σημείωμα όχι από όρεξη για βιβλιοκρατική (μου έχει φύγει με τα χρόνια η αγωνία να υποβάλλω σε κάποιον τι να διαβάσει), αλλά για να πω ότι η Τριανταφύλλου τολμά να γράψει πως στην ελληνική οικογένεια έδερναν πολύ. Κι ότι επίσης έδερναν πολύ και οι αριστεροί. Τη δέρνει ο πατέρας της, τη δέρνει ο γκόμενός της. Η αριστερά δέρνει όσο και η δεξιά και ο καθένας βαφτίζει τη βία κατά πώς τον βολεύει.
Υπάρχει και κάποιος που δεν ασκεί βία, ο εφηβικός έρωτας της ηρωϊδας. Αυτός όμως φεύγει, δεν παίρνει θέση, επιλέγει να βολευτεί.
Οι Έλληνες άνδρες ήταν άξεστοι, αγροίκοι επαρχιώτες ανίκανοι να προσαρμοστούν στη στοιχειώδη ζωή που απαιτούσε η πόλη γι' αυτό και εκδήλωναν τη βία που κουβαλούσαν, στον πιο αδύναμο, το παιδί, τη γυναίκα, τον διαφορετικό. Το γεγονός ότι αυτό το έντυναν και με ιδεολογία- εδώ η αριστερή- αποδεικνύει ότι τελικά ήταν επιλογή τους η βία και όχι απλή εκδήλωση καταπίεσης.
Νομίζω ότι κανείς άλλος συγγραφέας δεν έχει μιλήσει τόσο καθαρά για τη βία των αριστερών στην καθημερινή τους ζωή κι αυτό συνιστά μια πραγματική συνεισφορά. Που υπερκαλύπτει και τη φανερή έγνοια της συγγραφέως να αποδώσει στην οικογένεια του '70 ή την αριστέρα του '80 όλες σχεδόν τις ευθύνες για το τι ακολούθησε σε τούτη τη χώρα.
Διαβάστε τη "γεωμετρία" ως το τέλος κι ας ευχηθούμε σε όλα τα παιδιά να βρουν τη φωνή τους όσο μεγαλώνουν και το χώρο για να απλώσουν όσα σκέφτονται.

ΥΓ κι ας ελπίσουμε ότι κάποτε θα μιλήσουμε και για την τρέλα που γέννησε η αριστερά και τους νευρωτικούς αριστερούς

ΥΓ2 παρενθετικά, θυμήθηκα τώρα ότι κάτι είχε πει για το θέμα και η Ρεβάνς, η ταινία του 1983.

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Γιώργος Μανιώτης και Μίξερ στα Γιάννενα

Την Τρίτη 18 Μαΐου το βράδυ, στην αίθουσα του Ελευθερουδάκη των Ιωαννίνων, παρουσιάστηκε το βιβλίο του Γιώργου Μανιώτη «Μίξερ» από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
Το Μίξερ είναι ένα εκτενές κείμενο που θα μπορούσαμε να το πούμε μυθιστόρημα. Αναπτύσσεται σε μικρές ιστορίες και κεφάλαια που περιγράφουν την καθημερινή ζωή των νεοελλήνων, κωμικά γεγονότα, δράματα, σχέσεις και διαλόγους. Το ενδιαφέρον είναι ότι στο τέλος ο συγγραφέας προτείνει και μια άλλη ανάγνωση, ακολουθώντας μια συγκεκριμένη σειρά κεφαλαίων που αν διαβαστούν εκ νέου με τη νέα σειρά, αυτονομούνται κι αποτελούν χωριστή ενότητα. Αυτές οι 18 ιστορίες, είτε τις διαβάζεις σαν έναν ενιαίο μυθιστόρημα, είτε χωριστά σαν διηγήματα, στοιχειοθετούν το μωσαϊκό της σύγχρονης Ελλάδας.
Ο Γιώργος Μανιώτης, ήρθε για πρώτη φορά στα Γιάννενα για να παρουσιάσει το έργο του. Πολυγραφότατος και ευρέως αναγνωρισμένος από κοινό και κριτικούς, τόσο για το λογοτεχνικό του έργο όσο και για το θεατρικό, ανέλυσε εκτενώς την ανάγκη να μπορεί να αναγνωρίσει ο αναγνώστης τη δομή των πραγμάτων και του κόσμου που ζει. Να μην ζει μόνο «σαν κέλυφος ανθρώπου», αλλά σαν άνθρωπος που έχει γνώση του κόσμου του.
Είπε χαρακτηριστικά:
«Αυτό που χαρακτηρίζει τον κόσμο μας τα τελευταία χρόνια, είναι ότι δεν μας επιτρέπουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο να κάνουμε ανάγνωση της εποχής, να αναγνωρίσουμε τον κόσμο. Δεν μας επιτρέπουν να δούμε τη δομή της εποχής. Παλιότερα, οι άνθρωποι ήξεραν, υπήρχαν δομές, καλές ή κακές. Σήμερα υπάρχει μια απέραντη σύγχυση. Όλα είναι εναντίον της δομής. Και τι συμβαίνει: Η ζωή ξεσπά απάνω μας με πολύ δύσκολες συνθήκες κι όλοι προσπαθούμε να σωθούμε, προσπαθούμε να σώσουμε τον εαυτό μας. Και εγκλωβισμένοι μέσα στο δικό μας δράμα δεν καταλαβαίνουμε τα δράματα που τρέχουν γύρω μας. Δηλαδή, η εποχή μας κάνει τη φρίκη οικεία, συνηθισμένη. Έχει τρομακτικές ταχύτητες, εκρηκτικές καταστάσεις, το ένα πάνω στο άλλο, κι έτσι το μόνο που μας μένει να κάνουμε είναι να εξυπηρετούμε τον εαυτό μας. Αυτό μας κάνει στο τέλος κελύφη του εαυτού μας. Εκεί παίζεται όλο το παιχνίδι. Δεν πρέπει ο σύγχρονος άνθρωπος να καταλάβει τις συντεταγμένες της εποχής. Πρέπει να σταματάει στην προσωπική του ευτυχία και στο προσωπικό του δράμα.
Γι’ αυτό σκέφτηκα να κάνω μερικές ιστορίες με κεφάλαια χωριστά και να τις αναμίξω. Στο τέλος έδωσα ένα χάρτη για την ανάγνωση, ώστε όποιος θέλει να διαβάσει ξανά την κάθε μία ιστορία χωριστά, αφού έχει επιγευθεί την ατμόσφαιρα των ιστοριών στην πρώτη ανάγνωση, να καταλάβει και τη δομή τους.
Η εποχή μας ξεπερνά. Τα γεγονότα που ζούμε είναι πιο δυσοίωνα από ό,τι είναι το βιβλίο. Και για να το αντέξουμε αυτό το πράγμα, κάνουμε αυτολογοκρισία στον εαυτό μας. Προσπερνάμε το πρόβλημα, δεν στεκόμαστε απέναντί του, αυτή είναι μια αυτολογοκρισία. Και συσσωρεύεται ένα τρομερό αδιέξοδο, που έρχεται μια στιγμή που ο κόμπος φτάνει στο χτένι και ξεσπάει. Σε προσωπικό επίπεδο, ή συλλογικό όπως συμβαίνει σήμερα.
Όταν γράφω ένα βιβλίο στο νου μου έχω, ο απλός αναγνώστης να καταλάβει, να αναγνωρίσει. Να αναγνωρίσει τι είναι αυτό που ζει. Γιατί είναι παραζαλισμένος. Όταν αναγνωρίσει αυτό που ζει, μπορεί να το πολεμήσει αν θέλει. Και μόλις το αναγνωρίσει, όλο αυτό το κακό, αυτομάτως- ούτε επαναστάσεις χρειάζονται, ούτε τίποτα- ξορκίζεται καταρρέει, δεν έχει πια λόγο ύπαρξης. Εκεί παίζεται όλο το παιχνίδι:  Να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε αυτό που ζούμε».
Στην εκδήλωση παρουσίασης μίλησε και ο Απόστολος Μπενάτσης, επίκουρος καθηγητής νέας ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων που ελπίζω κάποια στιγμή να δημοσιοποιήσει και την εισήγησή του.
Παρακάτω δημοσιεύω τη δική μου ομιλία για το Μίξερ σε αυτήν την εκδήλωση:

Η ευγενική πρόσκληση του εκδοτικού οίκου Ελληνικά Γράμματα να μιλήσω για το Μίξερ του Γιώργου Μανιώτη, μου προκάλεσε μια μικρή αφύπνιση. Είχα διαβάσει ότι βγήκε το βιβλίο, το σημείωσα στη νοερό μου ημερολόγιο ότι μπορεί, ίσως, κάποια στιγμή να το διαβάσω, μαζί δίπλα με ένα «δεν ξέρω… θα δω…». Όχι τόσο με την εύκολη πρόφαση του «δεν έχω χρόνο, δεν προλαβαίνω…». Χρόνος δεν υπάρχει ποτέ και για τίποτα άλλωστε. Το χρόνο τον ανακαλύπτουμε, τον δικό μας χρόνο τον κατακτάμε… Και στον δικό μας χρόνο, όχι κατ’ ανάγκη κερματισμένο σε εργάσιμο ή ελεύθερο, βάζω κι αυτόν της ανάγνωσης.
Φαντάζομαι, ότι είχα μια απώθηση με το έργο του συγγραφέα, γιατί δεν ήμουν σίγουρος αν θα έπρεπε να εμπλακώ με το ανθρωπολογικό του σύμπαν, οικείο μου από παλιότερα αναγνώσματα, όταν είχα λιγότερες απωθήσεις και διάβαζα χωρίς πολλές αρχικές επιφυλάξεις: Ορίστε τα Ρόδα, Μαμά, Ο Πάκμαν θα τους φάει, Το Ματς, Τα Σαντέ της Σαπφώς, κομμάτια από τα θεατρικά άπαντα, συνεντεύξεις του συγγραφέα. Ήρωες βαθιοί, συμπεριφορές, διάλογοι κρεμάμενοι, μεταίχμιοι, εύγλωττες υπονοήσεις και σιωπές.
Τα κείμενα του Μανιώτη μοιάζουν πάντα σύντομα, σαν κομμάτι ζωής αλλουνών, ξένων, των ηρώων του, αλλά που και που, τις περισσότερες φορές σαν κομμάτια και της δικής μου ζωής, αυτής που έζησα μεγαλώνοντας στο μικροαστικό περιβάλλον της ελληνικής επαρχίας, αυτής που υποψιάστηκα ότι ζουν άλλοι,  αυτής που ζω χωρίς ενίοτε να το καταλαβαίνω ολοκληρωτικά.
Δεν κρίνω κατ’ ανάγκη το έργο του συγγραφέα, δεν με ενδιαφέρει καν η διαδικασία. Άλλωστε αυτή είναι η δουλειά των μελετητών και των κριτικών και ο Μανιώτης δεν έχει καν την ανάγκη τους με τόσο μεγάλο έργο, βραβευμένο συχνά και πολυδιαβασμένο ακόμα συχνότερα.
Φαντάζομαι ότι για να έχω μια αίσθηση αυτού του έργου, κάπως θα καταστάλαξε μέσα μου, άρα θα το ενέκρινα, θα του έβαλα ένα θετικό πρόσημο.
Το λέω αυτό γιατί η τεχνική της δημοσιότητας, ο εμπορικός κόσμος του βιβλίου, το life style και τα Μέσα Ενημέρωσης, από τα οποία δεν ξεχωρίζω την ύπαρξή μου την επαγγελματική, έχουν ανάγκη τα πρόσημα, τα συν και τα πλην, τα ναι και τα όχι, τα in και τα out.
Μέσα από αυτό το σύμπαν θα έλεγα ότι το Μίξερ είναι ένα καλό βιβλίο που διαβάζετε μέχρι το τέλος, με κάποια κούραση πάντως γιατί είναι μεγάλο- 18 ιστορίες με επτά κεφάλαια η καθεμιά, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας μας αποκαλύπτει στο τέλος, προτείνοντας και έναν δύο τρόπους να το διαβάσουμε.
Και στα αρνητικά να σημειώσω και το μίξερ του ύφους και των διαφορετικών «ειδών» γραφής, πάνω από αυτό των ηρώων και των ιστοριών.
Στον άλλο δικό μου κόσμο, αυτόν που προσπαθώ να τον διαφεντεύω μόνος μου (αλλά…), αυτό το μίγμα δεν ήταν καθόλου αρνητικό, το βρήκα μάλιστα διασκεδαστικό. Διάβασα το βιβλίο σελίδα με σελίδα σαν μυθιστόρημα με πολλά πρόσωπα και ιστορίες, φαντάζομαι όμως ότι διαβάζεται και σαν ξεχωριστό διήγημα η κάθε ιστορία με τις οδηγίες που έχει στο τέλος.
Για μένα συνεπώς το Μίξερ είναι ένα παζλ, ένα μωσαϊκό του κόσμου γύρω μου, της κοινωνίας που ζω, της πατρίδας, του τόπου.
Θα περιέγραφα αυτόν τον κόσμο που αναδύεται μέσα από το βιβλίο, ως αληθινό και αυθεντικό. Θα πρόσθετα επίσης το αίσθημα του δυσοίωνου που με κατέκλυσε κάποιες φορές, του πνιγηρού, ένα αίσθημα τέλους κάποιες άλλες φορές. Καλά έκανα και είχα επιφυλάξεις που δεν ήθελα να το διαβάσω από την αρχή…
Ο συγγραφέας θα γράψει στο τέλος απευθυνόμενος σε απαιτητικούς αναγνώστες: «Χιλιάδες τεθλασμένες ζωές σαν ένας σωρός στοιβαγμένα φίδια στο βάθος μια βαθιάς δεξαμενής. Αυτό το αίσθημα αποκομίζω από όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας».
Νομίζω ότι δεν θα μπορούσε να γίνει πιο σαφής.

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Ο Χανίφ Κιουρέισι λέει κάτι στο «Κάτι έχω να σας πω»- Να μη φοβάσαι να ζεις έξω από τα κλειστά συστήματα

Ας διαβάσουμε τι γράφει ο Χανίφ Κιουρέισι στις σελίδες 85-86 του μυθιστορήματός του «Κάτι έχω να σας πω» που κυκλοφόρησε πέρυσι από τον Καστανιώτη. Λέει λοιπόν ο ήρωάς του:
«Μέσω μιας γνωστής από το πανεπιστήμιο, που την είχα σκηνοθετήσει στο Περιμένοντας τον Γκοντό με γυναίκες ηθοποιούς, είχα βρει δωμάτιο σ' ένα σπίτι που το μοιραζόταν μια ομάδα λευκών μεσοαστών που ασχολούνταν με την πολιτική. Ήταν ξυλουργοί, δάσκαλοι, κοινωνικοί λειτουργοί, φεμινίστριες και ριζοσπάστες δικηγόροι, δύο από αυτούς αργότερα έγιναν βουλευτές, φανατικοί μπλερικοί, που εμφανίζονταν συχνά στην τηλεόραση υπερασπιζόμενοι τον πόλεμο στο Ιράκ. Στους γειτονικούς δρόμους είχαν στηθεί αρκετά παρόμοια σπίτια.
Ωστόσο δεν είχα καταφέρει απ' την αρχή να πιάσω το δωμάτιο που ήθελα. Υπήρχαν και άλλοι υποψήφιοι και οι συγκεκριμένοι πολιτικοποιημένοι τύποι κατά καιρούς φέρονταν δημοκρατικά. Θα περνούσα από συνέντευξη, αν και ήξερα ότι οι αριστεροί θα μου πρόσφεραν δωμάτιο μόλις τους ρωτούσα αν υπήρχαν καθόλου μαύροι στο σπίτι. Η ενοχή κυλούσε μέσα τους σαν κρίση τροφικής δηλητηρίασης κι έτσι κέρδισα τη θέση παρά το ωχρό μου δέρμα και την ουρά των λευκών απ' έξω.
Δεν επρόκειτο ακριβώς για κοινόβιο, ο καθένας είχε δικό του δωμάτιο και το μαγείρεμα όπως και οι αγγαρείες δεν γίνονταν από κοινού, παρόλο που κάτι τέτοιο ίσχυε για κάποιες δουλειές. Γίνονταν πολλές συναντήσεις και παλαβές συζητήσεις, ποδηλασία και ανακύκλωση. Νέες αφίσες -«Αντίδρασε και ζήσε!» ή η φωτογραφία ενός πίθηκου που τον χρησιμοποιούσαν σε πειράματα- μαζί με φυλλάδια που διαφήμιζαν συναντήσεις εμφανίζονταν στο διάδρομο κάθε μέρα, μαζί με στοίβες ξύλα για «επαναχρησιμοποίηση».
Συχνά πηγαίναμε με ποδήλατα ως το δάσος, έχοντας στα καλάθια μας κρασί και φούντα. Μία φορά οι άλλοι δεν έβλεπαν την ώρα να πετάξουν τα ρούχα τους και να βουτήξουν σε κάποια σιχαμένη λίμνη. Συνήθως ήμουν σφιγμένος αλλά εκείνη τη φορά συμμετείχα κι εγώ.
Τα περισσότερα Σαββατοκύριακα ήταν πιασμένα εξαιτίας κάποιας διαμαρτυρίας κατά των πυρηνικών. Μέσα στη βδομάδα υπήρχαν συναντήσεις της τοπικής οργάνωσης του κόμματος των Εργατικών που πραγματοποιούνταν σε ξέφραγες αίθουσες ρημαγμένων κτηρίων. Αν πήγαινα, το έκανα επειδή το ίδιο συνέβαινε με όλους τους υπόλοιπους, ήθελα να ξέρω τι συμβαίνει. Ήταν σοβαρή δουλειά. Η παλιά φρουρά, οι οπαδοί της εργατικής τάξης που κάπνιζαν πίπα και μιλούσαν ασταμάτητα με δύσκολες προφορές -και είχαν πολλές προσωπικές αναμνήσεις από τον Χάρολντ Ουίλσον-, παρέα με τους εκκεντρικούς, τους γεροπαράξενους, τους σκέτους παλαβούς και όσους δεν είχαν πού αλλού να πάνε τα βράδια, είχαν αντικατασταθεί από άτομα που γνώριζα.
Μιλάμε για νεαρούς, κομψούς δικηγόρους, υπαλλήλους στην υπηρεσία στέγασης, ριζοσπάστες από επαρχιακά νοσοκομεία. Ορισμένοι από αυτούς τους «ακτιβιστές» στην πραγματικότητα ήταν τροτσκιστές ή κομμουνιστές, προσκολλημένοι στην ευπρέπεια και στην πιθανότητα απόκτησης πραγματικής εξουσίας, άλλοι διοχέτευαν τη φιλοδοξία τους σε συμβατικές πολιτικές καριέρες».


Δεν είναι ένα πολιτικό βιβλίο όπως πιθανά φαίνεται από το απόσπασμα. Ή για την ακρίβεια, δεν είναι ένα μόνο πολιτικό βιβλίο. Είναι ένα καλό βιβλίο. Ήπιο, χαμηλών τόνων, έξυπνο, καλογραμμένο και διάφανο. Μιλάει για τον κόσμο που αναδύεται στην Αγγλία του ’80 και του ’90, για ήρωες που πιο πριν ήταν κάτι άλλο κι όταν μεγάλωσαν έγιναν κάτι άλλο, άλλα ίσως και όχι. Ίσως απλώς να αναπτύχθηκαν οι πολλές ταυτότητες που κρύβει μέσα του ο καθένας μας.
Διάλεξα αυτό το απόσπασμα για να κάνω μια αντιπαραβολή με την πολιτικοποίηση των νέων στη χώρα μας. Ανεξάρτητα του τι ψηφίζει ο καθένας μας, έχει σημασία αν στα νιάτα του μπόρεσε να νιώσει λίγο από τον παλμό του κόσμου. Εδώ βλέπουμε ότι το ηττημένο Εργατικό Κόμμα του ’80 συγκεντρώνει στους κόλπους του μια ριζοσπαστική νεολαία που δοκιμάζει ακόμα και την ανακύκλωση, μια λέξη σχεδόν άγνωστη στην καθημερινότητά των νέων του 2010 στη χώρα μας.
Κάποτε, αστειευτήκαμε με τον Καραμανλή που είπε ότι είχε διαβάσει ως φοιτητής τον Μαρξ. Θα μπορούσαν όμως πολλοί από τους σημερινούς 50ρηδες να θυμηθούν ότι διάβασαν έστω 10 μυθιστορήματα όταν ήταν φοιτητές; Ότι είδαν μια ταινία από τις 10 καλύτερες του 20ου αιώνα, ότι έκαναν μια συζήτηση αιρετική; Στην Ελλάδα του ΄60 και του ’70, υπερπολιτικοποιήθηκε η νεολαία, αλλά μέσα σε κλειστά σχήματα και βάσει ενός δύο περιγραμμάτων (Μάο, κομμουνισμός, σοσιαλισμός, τροτσκισμός, τρίτος δρόμος). Αυτή η πολιτικοποίηση δεν πέρναγε στην καθημερινή ζωή και μόνο ως εξαίρεση πέρναγε στην τέχνη.
Η ανοχή, η φιλελεύθερη σκέψη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η κουλτούρα του διαλόγου, όλα αυτά που συγκροτούν μια ανοιχτή κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων, μαθαίνονται. Εκπαιδεύεται κανείς στη διαφορετική σκέψη. Αλλά πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα. Γιατί κατά τα άλλα, το πιο εύκολο είναι να σηκώνεις σημαίες και να φωνάζεις συνθήματα.
Μπορεί ο Τόνι Μπλερ να απογοήτευσε, μπορεί να γίνει το ίδιο και με τον Ομπάμα. Όλοι αυτοί όμως που ως νέοι πάλεψαν εναντίον των πυρηνικών, άφησαν παρακαταθήκη ένα κίνημα, κι άλλαξαν τον κόσμο εντός τους. Έχουν αν μη τι άλλο, κάτι να θυμούνται.
Το μυθιστόρημα του Κιουρέισι έχει κι άλλα πολλά. Έχεις ανθρώπους που θυμούνται, που αλλάζουν, μέσα σε έναν κόσμο μετέωρο που τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Ακριβώς όμως επειδή η μνήμη αλλά και η δράση, η καθημερινή πράξη, μπορούν να εναντιώνονται στην ηθικολογία και την επίκληση μια δήθεν αρχέγονης «αυθεντικότητας», το «Κάτι έχω να σας πω» έχει όντως κάτι να μας πει για το σήμερα. Κι αφήνει μια ελαφριά, χαμογελαστή γεύση.

ΥΓ Στις αρχές του '90 έκανα κι εγώ μια συζήτηση για τα πειραματόζωα φαντάζομαι με την ίδια αφίσα με τον πίθηκο σε ένα πείραμα. Φευ...

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Ναταλί Κλαϊέρ, «Οι απαρχές του αλβανικού εθνικισμού», από το Ισνάφι

Από τις γιαννιώτικες εκδόσεις Ισνάφι (εξαιρετικές εκδόσεις, το ξαναλέμε), κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο της Γαλλίδας ερευνήτριας, Ναταλί Κλαϊέρ, «Οι απαρχές του αλβανικού εθνικισμού». Στις 10 Δεκεμβρίου παρουσιάστηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης. Η μετάφραση είναι του Ανδρέα Σιδέρη, η επιμέλεια του Λεωνίδα Εμπειρίκου και του Ανδρέα Σιδέρη και το εισαγωγικό σημείωμα του Κώστα Κωστή. Κοστίζει 39 ευρώ.
Η Ναταλί Κλαϊέρ είναι διευθύντρια στο Τμήμα τουρκικών και οθωμανικών ερευνών του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας. Ως ειδικός σε θέματα ταυτοτήτων και θρησκείας στα Βαλκάνια, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τις μουσουλμανικές μυστικιστικές αδελφότητες. Μαζί με τον Xavier Bougarel εξέδωσε το «Le nouvel islam balkanique» (Paris 2001) το οποίο αναφέρεται στην επανασύνθεση που πραγματοποιείται μεταξύ ισλάμ και πολιτικής στα μετακομμουνστικά Βαλκάνια. Κατέστησε τον οθωμανικό και μετα-οθωμανικό αλβανικό χώρο το σημείο αιχμής των πρόσφατων ερευνών της. Ιδιαίτερα, δημοσίευσε το «L’Albanie, pays des derviches» (Berlin-Wiesbanden, 1990) και το «Religion et nation chez les Albanais, XIXe- XXe siècles» (Istanbul, 2003). Στην παρούσα φάση μελετάει την θρησκεία και την δομή του αλβανικού κράτους κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου.
Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο της έκδοσης:
«Ο αλβανικός εθνικισμός και γενικότερα ο αλβανισμός εν τω συνόλω δεν είναι τόσο ιδιαίτερος όσο γενικά λέγεται. Εγγράφεται και αυτός στην ίδια συγκυρία ανέλιξης των άλλων βαλκανικών εθνικισμών του 19ου αιώνα, δηλαδή της προοδευτικής υποχώρησης της οθωμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη, προς όφελος των νέων χριστιανικών βαλκανικών Κρατών και ορισμένων Μεγάλων Δυνάμεων.
Αν και θεωρείται περισσότερο όψιμος από τους άλλους εθνικισμούς της περιοχής, ωστόσο δεν είναι και τόσο. Όπως και οι άλλοι, εμφανίζεται στην αρχή του 19ου αιώνα, αλλά αποκτά σημασία μόνο στο δεύτερο μισό του αιώνα. Αυτό που πράγματι είναι όψιμο, είναι η διάχυσή του στους κόλπους ευρύτερων κύκλων από αυτούς που συγκροτούν οι πρώτοι αλβανιστές, δηλαδή οι πρώτοι υποκινητές της αλβανικής εθνικής ταυτότητας…Η πολιτική των οθωμανικών αρχών διαδραματίζει, έμμεσα ή άμεσα, ένα ρόλο στην επικύρωση της αλβανικότητας, ακόμη και αν ο αλβανικός εθνικισμός αποτελεί δίκοπο μαχαίρι για την Αυτοκρατορία στα Βαλκάνια. Τελικά, διαμορφώνονται πολλές εκφάνσεις αλβανικότητας σε συνάρτηση με τον ελληνισμό, είτε από συνταύτιση είτε από αντίδραση».
Το βιβλίο της Ναταλί Κλαϊέρ δεν έρχεται απλά να καλύψει ένα (αδικαιολόγητο) κενό της ελληνικής βιβλιογραφίας για τους Αλβανούς. Και σίγουρα θα «δυσκολέψει» όσους έμαθαν να σκέφτονται αποκλειστικά μέσω κατασκευασμένων εννοιών όπως η θρησκεία, η γλώσσα, η παιδεία, η εθνικότητα και τελικά τα σύνορα.
Αυτό το βιβλίο μας κάνει να μη σκεφτόμαστε με όρους καλού και κακού, πατριώτη και προδότη, ηττημένου και νικητή, εχθρού και φίλου…».

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Οι ληστές του Ευριπίδη Μακρή και του Βασίλη Τζανακάρη

Είναι η ληστεία φαινόμενο ενός παλιού κόσμου; Θέλουμε να πιστεύουμε πως ναι, αλλά δεν είναι. Οι απαγωγές πλουσίων είναι φαινόμενο και της σημερινής επικαιρότητας και εντυπωσιάζουν το ίδιο όπως και τη δεκαετία του ’30 ή και πιο πριν, τον 19ο αιώνα.
Αλλά ακόμα κι αν νομίζουμε ότι όσα ζούμε σήμερα είναι καινοφανή και μοντέρνα, αν αφεθούμε λίγο στην πλάνη της θερινής ραστώνης και κάνουμε καμιά αφελή ερώτηση για κανά κλέφτικο τραγούδι, εκεί κάτω από τον πλάτανο κάποιου χωριού, πολύ γρήγορα θα δούμε να ξεπηδάει από τα λόγια των λίγων μεγαλύτερων ένας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος των ληστών που κρατάει ακόμα ζωντανό, έστω τον μύθο του.
Βιβλία για τους ληστές στην Ελλάδα υπάρχουν αρκετά, κι έχουν γραφτεί πολλά και καλά και διεθνώς. Μόλις τέλειωσα το βιβλίο του Ευριπίδη Μακρή «Οι ληστές και τα τραγούδια τους στη Δυτική και Κεντρική Ελλάδα (1827- 1930)» το οποίο και εκδόθηκε στα Γιάννενα το 2007. Καλό βιβλίο, χρήσιμο και ωραίο ως αφήγηση. Ο Μακρής, δάσκαλος με εμπειρία στο γράψιμο και νοιάξιμο για τον μικρό τόπο που του έλαχε ως πατρίδα, από το Κουκούλι Ζαγορίου, γράφει για τους αρχιληστές που τραγουδήθηκαν σε γνωστά δημοτικά τραγούδια. Κάνει δηλαδή μια διπλή δουλειά: γράφει για τον βίο των ληστών, αλλά και για το πώς τραγουδήθηκε αυτός ο βίος.
Λύνει παρεξηγήσεις, παρουσιάζει στοιχεία από βιβλία και τον Τύπο της εποχής, ολοκληρώνει βιογραφικά και τα συνδέει με την τοπική ιστορία της Ηπείρου και ειδικά του Ζαγορίου. Και κάνει και κάτι ακόμα πιο σημαντικό: Ενισχύει τα στοιχεία με την προσωπική του μνήμη και τις πληροφορίες που του έδωσαν πληροφορητές τους οποίους ο ίδιος αναζήτησε. Πηγαίνει και βρίσκει τον απόγονο ενός ληστή κι ακούει από εκείνον την παράδοση που έμεινε στόμα με στόμα να εξιστορεί τα ανδραγαθήματα του προγόνου. Ο ίδιος βίωσε δηλαδή τον απόηχο της ληστοκρατείας των αρχών του 20ου αιώνα.
Κι από δίπλα παρουσιάζει τα τραγούδια που αναφέρονται στους ληστές, άλλα γνωστά από αυτά που ακούμε στα πανηγύρια, άλλα λιγότερα γνωστά και συχνά με πολλές εκδοχές.
Πρόκειται για πολύ σημαντική δουλειά τοπικής ιστορίας, από αυτές που θα μπορούσαν να διδάσκονται και στα σχολεία σε κάποιο μάθημα για τον τόπο, την Ήπειρο ειδικά.
Χορεύουν τα παιδιά στους συλλόγους των χορευτικών, τη «Βασιλαρχόντισσα» και μένουν με την εντύπωση (αν αναρωτηθούν ποτέ) ότι πρόκειται για μια… Βασίλω. Πρόκειται όμως για μια εντυπωσιακή ιστορία του 1881 που περιλαμβάνει αρχοντικές οικογένειες του Μετσόβου, σκληρούς απαγωγείς κορασίδων που αργότερα γίνονται ήρωες στη Μικρασία, ταξικές συγκρούσεις στην πλατεία του βλάχικου χωριού και αντεκδικήσεις, επικηρύξεις από το βασιλιά, λεφτά βέβαια, λαϊκούς μύθους και ληστρικά μυθιστορήματα. Και πρόκειται για μία μόνο από τις πολλές ιστορίες του βιβλίου που αποκαλύπτουν αυτόν τον περίεργο σήμερα κόσμο της ληστοκρατίας στα βουνά της Πίνδου.
Το πρώτο μέρος του βιβλίου για τους ληστές στην Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία είναι και το καλύτερο γιατί φαίνεται και η ενδελεχής δουλειά που έκανε ο συγγραφέας. Μαθαίνουμε για τον Μπιρμπίλη και τον Ρεσούλη, τον διώκτη Φέζο Ντερβέναγα, την αιχμαλωσία της Μπολονάσαινας και της Φραγκούλαινας (και του μικρού Θεόφιλου που αργότερα θα φωτογραφήσει ολόκληρο το Ζαγόρι- οι φωτογραφίες του στην έκδοση του εγγονού του Πέτρου Φραγκούλη «Ζαγορισίων Πολιτεία», πραγματικός φωτογραφικός θησαυρός), την τρομερή ληστεία στους Νεγάδες ή του Πλακίδα στο Κουκούλι το 1891 με τα σημάδια ακόμα και σήμερα στην πόρτα του αρχοντικού (για το Κουκούλι κι εδώ).
Ο διασημότερος βέβαια είναι ο Γιώργος Νταβέλης που τον μπερδεύουμε με τον άλλο τον Χρήστο, της παλιάς Ελλάδας που άφησε και πιο… καλό όνομα, το οποίο και ζήλεψε ο δικός μας και το υιοθέτησε- αλλά και τούτος στο Ζαγόρι ήταν φόβος και τρόμος. Και η σπηλιά που κρύφτηκε δίπλα στο γεφύρι του Κόκκορου χάσκει ακόμα, έτσι για να μαρτυράει πως κάποτε το Ζαγόρι, η Ήπειρος, η Ελλάδα, δεν ήταν ένα άθροισμα από «γραφικές» και «αυθεντικές» σκηνές ενός έθνους ανάδελφου, όπως νομίζουμε σήμερα, αλλά ένας ζωντανός, περιπετειώδης, σκοτεινός και φωτεινός ταυτόχρονα τόπος, όπου όλα ήταν ρευστά και η ζωή των ανθρώπων ετίθετο πάντα σε διαπραγμάτευση.
Ο Μακρής λόγω της καταγωγής του ίσως, επικεντρώνει κυρίως στο το έγινε στα χωριά του Ζαγορίου και μέσα από το βλέμμα ενός Ζαγορίσιου κι ενός Σαρακατσάνου φωτίζει την ιστορία του τόπου του. Αυτή η ιστορία συνδέεται με την ιστορία της Ηπείρου και της άλλης Ελλάδας, βρίσκεις δηλαδή παραλληλίες, συγχρονισμούς και διαφοροποιήσεις, ιδιαίτερα όταν αναφέρεσαι σε ληστές που επηρέασαν και την πολιτική ιστορία της χώρας όπως οι Ρετζαίοι ή οι Κουμπαίοι τη δεκαετία του 1930.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου για τους ληστές στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα είναι πιο συνοπτικό και πιο αδύναμο συνολικά, αναδύονται όμως κι εδώ οι συνδέσεις και οι παραλληλισμοί. Η τάση ιδιαίτερα σε αυτό το μέρος είναι να αναδύεται και η ιστορία των Σαρακατσάνων που έβγαλαν αρκετούς ληστές, ιστορία που φαίνεται ότι είναι και μία από τις μόνιμες ασχολίες του συγγραφέα, οπότε περιορίζεται ο «φωτισμός» του φαινομένου σε πιο ειδικές διαδρομές. Αλλά αυτό δεν ενοχλεί τον αναγνώστη, αντίθετα τον κάνει μάλλον πιο υποψιασμένο και του προκαλεί το ενδιαφέρον για πιο προσωπικές ενασχολήσεις με την τοπική ιστορία (γνωρίζουμε άραγε καλά την ιστορία της οικογένειάς μας ή του χωριού μας;).
Η δουλειά του Ευριπίδη Μακρή ξεκινάει από τα δημοτικά τραγούδια και φτάνει στο βίο των ληστών, ακουμπώντας τον κοινωνικό και πολιτικό βίο του τόπου του.
Για βιβλίο τοπικής και «ειδικής» ιστορίας είναι εξαιρετικό (θα μπορούσε πάντως η επιμέλεια και οι φωτογραφίες να είναι καλύτερες).
Για βιβλίο που μετέχει στην πανελλαδική, δημόσια συζήτηση για το φαινόμενο της ληστείας, είναι μια πολύ γόνιμη συνεισφορά, απόδειξη του τι μπορεί να κάνει ένας καταρτισμένος συγγραφέας.
Όπως και να το δει όμως κανείς, διαβάζεται με ευχαρίστηση.

Τα «παλληκάρια» του Τζανακάρη

Με πολύ ευχαρίστηση διάβασα αμέσως μετά και το πολύ γνωστό βιβλίο του Βασίλη Τζανακάρη «Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν» (εκδόσεις Καστανιώτη, 2002, στην πέμπτη έκδοση εδώ). Είχα διαβάσει παλιότερα τις αναφορές για τους ληστές της Ηπείρου, τώρα το διάβασα ολόκληρο. Έχουν γραφτεί πολλά για το βιβλίο, δεν χρειάζεται να προστεθούν περισσότερα. Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο, απαραίτητο ειδικά σε όσους τους αρέσει η ιστορία. Γιατί ο Τζανακάρης, αυτό που κάνει κυρίως είναι να βάζει τους ληστές μέσα στην ιστορία, να τους τοποθετεί σαν πιόνια μέσα στο μεγάλο χάρτη της ιστορίας, που τον κατέχει καλά, και για τον οποίο έχει γνώμη και άποψη. Εδώ φροντίζει να δίνει το λόγο στο βίο του ληστή, που αν τον δεις απομονωμένο δεν θα καταλάβεις και πολλά πέρα από τη φρίκη που μπορεί να σου προκαλούν οι απαγωγές και τα φονικά, αν τον δεις όμως ενταγμένο στην ιστορία της Ελλάδας θα τον καταλάβεις καλύτερα. Γιατί προφανώς οι κοινωνικές ανάγκες είναι που γεννάν τους ληστές (και τους κάνουν και ήρωες και τραγούδια ενίοτε) και οι ίδιες οι ανάγκες τους στέλνουν στην κρεμάλα. Και οι Ρετζαίοι στα Γιάννενα γίνονται δημόσια πρόσωπα και ελέγχουν την πόλη, αλλά μόλις αλλάξει η κατάσταση γίνονται εν μία νυκτί θανατοποινίτες και πάνε να βρουν τα κεφάλια εκείνων που πρόλαβαν και σκότωσαν.
Ο Μακρής, που λέγαμε παραπάνω, φωτίζει στο βιβλίο του μια κρίσιμη πτυχή της ιστορίας των Ρετζαίων, αυτήν που διαδραματίσθηκε στο Κουκούλι, ο Τζανακάρης όμως μας τους δίνει ως πρόσωπα πανελλαδικής απήχησης εξηγώντας τη δημοφιλία τους, αλλά και το μονόδρομο της τιμωρίας τους.
Ο Τζανακάρης (που τον γνωρίζουμε κυρίως ως εκδότη του «Γιατί» από τις Σέρρες) είναι γεμάτος από ιστορίες, παρέχει βιογραφικά, χάρτες, ανέκδοτες φωτογραφίες, κάνει συσχετισμούς και παραλληλισμούς, κλείνει έξυπνα το μάτι στον καλό αναγνώστη αλλά δεν αφήνει παραπονεμένο και τον πρωτόβγαλτο στα δύσκολα θέματα. Και γράφει λαϊκά και κατανοητά, κάτι που είναι σπάνιο προτέρημα.
Σε ένα από τα πρώτα του κεφάλαια «περί ληστοκρατίας» κάνει ένα μεγάλο κύκλο σε όλα τα στοιχεία που τον ενέπνευσαν και τον ενέπλεξαν σε αυτή τη γιγάντια έρευνα, βγάζοντας και κάποια συμπεράσματα. Κι έχει το θάρρος να μιλήσει στο βιβλίο του για την τακτική του να βγάζουν οι χωροφύλακες στις πλατείες τα κεφάλια των ληστών, ή για τις δημόσιες εκτελέσεις και για τις απαράδεκτες συνθήκες στις φυλακές όπως το Παλαμήδι ή το Γεντί Κουλέ, θυμίζοντάς μας ότι η βαρβαρότητα ήταν εντός των τειχών του καλού μας έθνους.


Η δουλειά του Β. Τζανακάρη φαίνεται κι από την τεκμηρίωση στις φωτογραφίες. Διαβάζουμε στη λεζάντα: Οι ληστές Αφοί Παπαγεωργίου και ο ληστής Ελευθέριος Πλάτανος, έχοντας ανάμεσά τους το λήσταρχο Θωμά Γκαντάρα (με τα γένια). Η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1923 από τον Αθανάσιο Μάνθο στη θέση Παλιογκορτσιά των Χασίων (Αρχείο περιοδικού "Γιατί")

* Ας κρατήσω για το τέλος, την ιστορία του φωτογράφου Αθανάσιου Μάνθου (1893- 1960) από τα Τρίκαλα. Γνωρίζουμε το τραγούδι «Α. Μάνθος» του, Λαρισαίου ως γνωστόν, Θανάση Παπακωνσταντίνου από τον Βραχνό Προφήτη (Lyra 2000- βλέπε κι εδώ). Στηρίζεται στο ποίημα του Χρήστου Μπράβου (Δεσκάτη Χασίων 1948-1987) «Όπου στα 1923 ο επικηρυγμένος Θωμάς Γκαντάρας, ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί».
Ο Τζανακάρης εντοπίζει το ποίημα και το τραγούδι, όπως και τις φωτογραφίες που στα αλήθεια τραβήχτηκαν, «διαβάζει» τις φωτογραφίες (όπως τα «κιουστέκια» που φορούσαν οι ληστές με τις ασημένιες αλυσίδες), υποσημειώνει την αξία του φωτογράφου, μας εισάγει στην ιστορία του Θωμά Γκαντάρα, ενός από τους σημαντικότερους ληστές του ’30 στη Θεσσαλία, κοντοχωριανού του Γιαγκούλα (από το χωριό Μεταξάς κοντά στα Σέρβια), συνδέει τους τόπους και τις μνήμες, μας ανοίγει την πόρτα για να «διαβάσουμε» κι εμείς την ιστορία του τόπου και των ανθρώπων του. Και μιλάει για όλη την Ελλάδα, έχοντας μια ευρεία οπτική. Εντόπισα και μία ταινία του Βασίλη Κοσμόπουλου για τον Μάνθο που όμως δεν την έχω δει (πληροφορίες πάντως εδώ).
Πολύ καλή δουλειά έχει κάνει ο Βασίλης Τζανακάρης, κάτι που δείχνει και τις δυνατότητες που έχουν οι δημοσιογράφοι όταν γράφουν ιστορία. Διαβάστε το βιβλίο με την πρώτη ευκαιρία.

* Κι επειδή η ιστορία των ανθρώπων είναι πολύπλοκη και δαιδαλώδης και σίγουρα δεν προσφέρεται για προκάτ αναγνώσεις και πολιτικά ορθές (και ευπρεπείς) προσεγγίσεις, ας κάνω και μια προσωπικότερη αναφορά:
Προχτές, σε ένα χωριό της Θεσσαλίας όπου αν ρωτήσεις στο καφενείο θα ακούσεις για τους ληστές, βλέπαμε ένα ντοκιμαντέρ σε επανάληψη της Μάγιας Τσόκλη στη ΝΕΤ (εδώ) από μια περιοδεία της στα βλαχοχώρια. Είχε και την πορεία ενός κοπαδιού από την Πίνδο προς τα κάτω στα λιβάδια της Θεσσαλίας. Κι εκεί που θαυμάζουμε τον απίστευτο τόπο μέσα από τον οποίο πέρναγε το κοπάδι (σαν μην ήταν στην Ελλάδα μάς έμοιαζε και το σχολιάζαμε οι νεότεροι) μου λένε από δίπλα οι πιο ηλικιωμένοι: «Αχ, έτσι κατέβαιναν τα κοπάδια και πέρναγαν κι εδώ από το χωριό. Κι εμείς βγαίναμε τη νύχτα και κάναμε γούβες κι έπεφταν μέσα τα πρόβατα και τους τα κλέβαμε των τσομπαναραίων. Ή βάζαμε κάπες στα παπούτσια και πανιά και ήσυχα τη νύχτα αρπάζαμε κανά πρόβατο».
Μετά τον πόλεμο αυτά. Όταν είχε «καταπολεμηθεί μια για πάντα» η ληστεία. Και οι Έλληνες είχαν αρχίσει να γίνονται Ευρωπαίοι (άλλοι ληστοτρόφοι κι αυτοί, αλλά δεν είναι της στιγμής). Όλα ένα. Κι ο χρόνος, μια σταλιά.
Κι έγραψα τόσα για τους ληστές κι ακόμα τίποτα δεν είπα…

Τρίτη 28 Απριλίου 2009

Ευ ζην, όχι lifestyle από τον Σπύρο Βλέτσα

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι το βιβλίο του Γιαννιώτη συγγραφέα Σπύρου Βλέτσα «Ευ Ζην, όχι lifestyle!» και υπότιτλο «Αποφεύγοντας τις παρενέργειες της κατανάλωσης».
Επειδή το διάβασα λίγο πριν πάρει το δρόμο για το τυπογραφείο ξέρω ότι είναι ένα καλογραμμένο, έξυπνο και χρήσιμο βιβλίο που έρχεται ακριβώς μέσα σε μια συγκυρία που μας επιβάλλει να σκεφτούμε τι καταναλώνουμε, για ποιο λόγο το κάνουμε και πώς θέλουμε να ζήσουμε στο μέλλον ατομικά και συλλογικά.
Παλιότερα δεν γράφονταν τέτοια βιβλία στη χώρα μας, τώρα γράφονται ίσως γιατί όλο και περισσότερος κόσμος αναζητά τη δική του ταυτότητα πέρα από τους ιδεολογικούς διαχωρισμούς του παρελθόντος και με γνώμονα μια καλύτερη ποιότητα ζωής.
Ο Σπύρος Βλέτσας είναι γνωστός στην πόλη μέσα από πολλούς τρόπους. Από τα ποιήματά του και τα κείμενά του στις αρχές του ’80, από τις ταινίες του λίγο μετά, από το Ματζάτο και τον Σταθμό, πρόσφατα για την ποιητική του συλλογή «Επί των στρωμάτων» (από τις εκδόσεις Μελάνι επίσης).
Το κείμενο που συνοδεύει το βιβλίο έχει ως εξής:
«Η κατανάλωση αποτελεί, θέλοντας και μη, έναν σύγχρονο τρόπο με τον οποίο εκφραζόμαστε και επικοινωνούμε. Κατανοούμε όμως το πώς επηρεάζει τη ζωή μας και τη σχέση μας με τους άλλους;
Γιατί ενώ η κατανάλωση υπόσχεται την ευτυχία, συχνά φέρνει προβλήματα και δυσαρέσκεια; Γιατί συνεχώς παρουσιάζονται καινούριες ανάγκες και η ικανοποίηση αναβάλλεται;
Μήπως χρειάζεται να επανεκτιμήσουμε τις ανάγκες και τις προτεραιότητες μας, όχι για να ζήσουμε σαν ασκητές, αλλά για να κρατήσουμε την ευχαρίστηση και να αποφύγουμε τις παρενέργειες;
Τι μπορούμε να κάνουμε για να προστατεύσουμε την ισορροπία και το εισόδημά μας; Πώς θα αναζητήσουμε την ταυτότητα μας πέρα από τα σύμβολα της κατανάλωσης;
Ο συγγραφέας ξεκινάει από τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και ανατρέχει σε μεγάλους φιλοσόφους, κοινωνιολόγους, οικονομολόγους και λογοτέχνες– από τον Αριστοτέλη και τον Επίκουρο μέχρι τον Μπόρχες και τον Κούντερα– οι οποίοι συνεισφέρουν με τη διαπεραστική ματιά τους σε ένα πρωτότυπο βιβλίο».
Φυσικά θα επανέλθουμε στο βιβλίο και τον συγγραφέα του.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Λυσσασμένες αλεπούδες του Δημήτρη Πετσετίδη

Τον Δημήτρη Πετσετίδη, κάποια στιγμή πριν από μερικά χρόνια τον διάβασα ολόκληρο, διάβασα δηλαδή όλα τα βιβλία που είχε κυκλοφορήσει ως τότε. Τον είχα προσέξει και στην Εποχή που έδινε κάποιο σχέδιο, γιατί είναι και καλός γελοιογράφος ή κάποιο κείμενο, κι είχα διαβάσει από ανθρώπους που εμπιστεύομαι ότι είναι καλός διηγηματογράφος.
Δεν είναι απλώς καλός, είναι από τους καλύτερους. Η αφορμή να τον διαβάσω ήταν η ενασχόλησή μου με τη δεκαετία του ’40, αφορμές όμως για να διαβάσουμε υπάρχουν πολλές- ακόμα και η φωτογραφία του εξωφύλλου μας κάνει συχνά να ανοίξουμε ένα βιβλίο. Οι αφορμές δεν έχουν σημασία. Με το πού πάτησα όμως στην πρώτη του σελίδα στο «Δώδεκα στο δίφραγκο» χάθηκα στον δικό του λογοτεχνικό κόσμο. Διάβασα ως και το «Ο Σαμπατές ζει» και μετά δεν ξανάπιασα βιβλίο του, διάβαζα όμως που και που συνεντεύξεις του και παρατηρούσα την άνθηση της δημοσιότητάς του. Τον διάβαζαν πολλοί πια κι ας λένε κάποιοι ότι «αυτά τα θέματα», εννοώντας τον εμφύλιο και το ’40, «έχουν κουράσει τον κόσμο».
Ο Πετσετίδης γράφει γι’ αυτά τα «θέματα» κι ίσως αυτό να φέρνει αμηχανία στο μονίμως ανιστόρητο και αενάως αυτολογοκρινόμενο «μεγάλο αναγνωστικό κοινό». Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης που το «μεγάλο κοινό» αρχικά διάβαζε ό,τι του έλεγε το κόμμα και μετά ό,τι του έλεγε η τηλεόραση, ο Πετσετίδης ήταν «περιθωριακός» ακριβώς επειδή παίρνει πολύ σοβαρά όλα τα λογοτεχνικά ζητήματα, από το θέμα του, ως τη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Και φυσικά δεν γράφει τις ιστορίες του γιατί τον έπιασε καμιά μανία εντομολόγου με τη δεκαετία του ’40, όσο γιατί κάτι βλέπει εκεί, κάτι που αξίζει να ειπωθεί, να καταγραφεί σήμερα.
Κατά τη γνώμη μου ο Δημήτρης Πετσετίδης πιστεύει ότι υπάρχει ιστορία ακόμα και σε ‘κείνο το ταπεινό λιθάρι που θα το διαολοστείλουμε αν εμποδίσει την έλευση του καινούργιου μας τετράτροχου. Ότι υπάρχει ιστορία σε κάθε σταγόνα βροχής, όσο τουλάχιστον σε τούτον τον τόπο το νερό θα κάνει τον κύκλο του από τις λίμνες και τα ποτάμια, στα σύννεφα και πάλι πίσω στα δάκρυα των γυναικών.

Στο μεταξύ πάντως είχα κάνει μια δύο κουβέντες για τον συγγραφέα με ένα φίλο, τον Δημήτρη, που μου έχει ξαναπεί μερικές ιστορίες για την Λακωνία, είχα ακούσει ότι στα νέα του βιβλία είχε αλλάξει ύφος, κι έτυχε να διαβάσω και τη μελέτη του Τάσου Κωστόπουλου «Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη» (εκδόσεις Φιλίστωρ) που εξηγεί πολλά για το μένος των εμφυλιακών συγκρούσεων στην Πελοπόννησο, όπου εμφανίστηκε έντονα το φαινόμενο της ένοπλης συνεργασίας ντόπιων με τους κατακτητές με κοινό στόχο τους κομμουνιστές αντάρτες του ΕΛΑΣ.
Το βιβλίο του που ξανάπιασα είναι το «Λυσσασμένες αλεπούδες» που κυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση από τον Κέδρο το 2008. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες γραμματολογικές, που αφθονούν άλλωστε στον Τύπο από έγκριτους κριτικούς. Ο Πετσετίδης γράφει για μία ακόμα φορά μικρά διηγήματα για τη δεκαετία του ’40 ή με εκκίνηση εκείνη την περίοδο και κορυφώνει, αυτό που έχει μάθει να κάνει καλά, να γράφει αληθινά πράγματα για αληθινούς ανθρώπους. Προσθέτει δε και μια μετατόπιση, τουλάχιστον σε όσα εγώ έχω διαβάσει: παρουσιάζει τις ιστορίες και μέσα από ένα πολλαπλό βλέμμα, μέσα από διαφορετικές εκδοχές. Πώς πας στο κουρείο, λέει ένας μια ιστορία, προσθέτει ο άλλος μια άλλη εκδοχή, κι ένας άλλος μια τρίτη και το αποτέλεσμα είναι να στέκουν όλες οι εκδοχές, αλλά για τον προσεκτικό ακροατή, η αλήθεια να αναδύεται. Κι αυτό έχει μεγάλη σημασία: Ναι, η οπτική με το χρόνο αλλάζει, οι απόψεις αλλάζουν, οι άνθρωποι αλλάζουν. Αλλά πάντα υπάρχει κάτι αληθινό, πάντα υπάρχει μια ψίχα ψωμί για τον πεινασμένο που την αναζητά.
Στις Λυσσασμένες αλεπούδες, υπάρχει χιούμορ, σχεδόν σουρεαλιστικές καταστάσεις, κινηματογραφημένες εικόνες, περιπέτεια και παραλίγο περιπέτεια, μικρά ανθρώπινα δράματα και μεγάλες πολιτικές υποθέσεις στο παρασκήνιο, υπάρχουν σημάδια και συμπεράσματα. Μια χαρά δηλαδή για μια συλλογή διηγημάτων. Διαβάστε τον οπωσδήποτε και όλα του τα βιβλία μαζί.

Ο Δημήτρης Πετσετίδης γεννήθηκε το 1940 στην Σπάρτη. Έχει κυκλοφορήσει τα βιβλία: Δώδεκα στο δίφραγκο (Το Δένδρο 1986, Νεφέλη 2000), Το παιχνίδι (Νεφέλη 1991), Επίλογος στα χιόνια (Νεφέλη 1993), Ο Σαμπατές ζει (Νεφέλη 1998), Τροπικός του λέοντος (Νεφέλη 2001), Σε ξένο γήπεδο (Πατάκης 2003), Λυσσασμένες αλεπούδες (Κέδρος 2007).
Έχει και μία πολύ καλή ιστοσελίδα στη διεύθυνση www.petsetidis.gr

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

Γιάννης Πάσχος και Τάσος Κανάτσης στον Τύπο

Θα χρειαστεί ίσως μια ειδικότερη αναφορά, σημειώνω όμως εδώ την άνθηση τα τελευταία δύο χρόνια της καλής ποίησης στα Γιάννενα. Νέοι και παλιότεροι ποιητές εμφανίζονται με πολύ αξιόλογα ποιήματα κι αυτό φαίνεται ότι δεν περνάει απαρατήρητο. Δύο αναφορές αυτές τις μέρες έγιναν στον αθηναϊκό Τύπο σε δύο Γιαννιώτες ποιητές.
Ο Γιάννης Πάσχος δημοσίευσε στη «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας την Παρασκευή (εδώ) ένα πολύ ωραίο, μικρό διήγημα με τίτλο «Καθώς ξεπροβάλλει η άνοιξη». Μια ιστορία για την προετοιμασία εν όψει της αναγέννησης που φέρνει η άνοιξη, για τη φύση, για την προδοσία, τον Ιούδα, τα πάθη τα ανθρώπινα. Λίγες λέξεις για μικρές, αλλά σημαντικές στιγμές, όπως ακριβώς λέει και ο υπότιτλος του μπλογκ. Του Γιάννη το μπλογκ το έχω εκ δεξιών γιατί είναι φίλος, οπότε η αντικειμενικότητα δεν κατοικεί σε τούτη την ανάρτηση. Στο μπλογκ του όμως έχει δημοσιεύσει μερικές ιστορίες που τον φέρνουν σε έναν άλλο λογοτεχνικό τόπο από αυτόν των ποιημάτων του. Δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό, γιατί μια μεγάλη ιστορία μπορεί να μοιάζει με διήγημα μπορεί όμως να είναι κι ένα ποίημα με άλλη μορφή. Δεν έχει και τόση σημασία όμως αυτό.
Ο Γιάννης Πάσχος εμφανίστηκε στα γράμματα με το ποιητικό του έργο «Ο Χριστός παρακαλάει το σώμα του να κατέβει από τον σταυρό» στο περιοδικό Οδός Πανός τον Ιανουάριο του 2005. Δύο μήνες μετά, από τις εκδόσεις του περιοδικού, έβγαλε το πρώτο του ποιητικό βιβλίο, τη Lila Teman. Δύο χρόνια μετά, τον Οκτώβριο του 2007, έβγαλε μία ακόμα ποιητική συλλογή, τη «Ζωή εκτός ωραρίου» από τις εκδόσεις Μελάνι και βρήκε ευρύτερη αναγνώριση. Φαίνεται ότι δοκιμάζει τώρα διαφορετικές φόρμες και μεγαλύτερα κείμενα, αυτό που διαβάσαμε όμως στην Ελευθεροτυπία, δείχνει ότι συνεχίζει να οξύνει την εσώτερη αναζήτηση. Ψηλαφεί τη σχέση με το θάνατο και αξιοποιεί στο έπακρο έναν υπονομευτικό, ερωτικό λόγο που σε άλλα φαίνεται στην αρχή να σε πηγαίνει κι αλλού σε καταλήγει.
Να κάνω και μια αναφορά και στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας: Τον τελευταίο καιρό την ανέλαβε ο Γιώργος Χρονάς. Τη μετέτρεψε στο πιο βιβλιοφιλικό, λογοκεντρικό ένθετο που έχουμε δει ποτέ σε εφημερίδα μετά το ‘80, την έκανε βαθιά, σοβαρή, αξιόπιστη και έξυπνη, στο πλαίσιο ίσως και μιας αντίστοιχης στροφής της εφημερίδας που φαίνεται και σε άλλες στήλες. Διαβάστε την κάθε Παρασκευή, θα σας απωθήσει λίγο στην αρχή γιατί ξεφεύγει από τα συνήθη, αλλά αν αγαπάτε τις λέξεις θα ενδιαφερθείτε και γι’ αυτές της Βιβλιοθήκης. Κι έχει και στην πρώτη σελίδα κείμενα της Μ. Θεοδοσοπούλου που προσθέτει στα άλλα που γράφει χρόνια τώρα στην Εποχή.
Κλείνω την παρένθεση και πάω στον Τάσο Κανάτση. Τον γνωρίζω χρόνια κι αυτόν και παρακολουθώ τις δικές του λέξεις γιατί με κάνουν να σκέφτομαι δικές μου. Ποιητής που θυμάται, που έχει τη γεύση άλλων εποχών. Έχει εκδώσει αρκετές συλλογές (Τα μέσα δάκρυα από τις εκδόσεις Πλανόδιον, το Ρυμουλκό και την Πολιορκία από τη Δωδώνη, τη Χλεύη του χρόνου από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων κ.α) Επανήλθε πρόσφατα με τα «Ψυχανθή και μετέωρα» από τις εκδόσεις Καστανιώτης (που μπράβο τους που επιμένουν στην ποίηση). Εμείς διακρίναμε μια μετατόπιση του ποιητή σε μια πιο προσωπική, υπαρξιακή συνδιαλλαγή με το χρόνο, με τη συνομιλία με τον παρελθόντα τόπο να περνάει σε δεύτερο επίπεδο. Ο Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής και διευθυντής του γνωστού και καλού περιοδικού Μανδραγόρας, γράφει σήμερα στην Κυριακάτικη Αυγή (εδώ) για τη σχέση του Κανάτση με τον Καρυωτάκη και τα δικά του Νηπενθή.
Πολύ χάρηκα με τις δύο αυτές αναφορές του Τύπου σε δύο ποιητές που ζουν στην πόλη μου και μ’ αρέσει να διαβάζω ποιήματά τους.
Θα επανέλθω και για άλλους.