Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

Τάτσης Αποστολίδης: Από την ΕΠΟΝ στην κορυφή της μουσικής

Έφυγε από τη ζωή, τη Δευτέρα στην Αθήνα, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες μουσικούς, ο βιολιστής Τάτσης Αποστολίδης. Τη ζωή την τίμησε όσο μπορούσε αυτός ο Ζαγορίσιος Γιαννιώτης, κι αν σήμερα γράφουμε κάτι γι’ αυτόν δεν είναι για να τον τιμήσουμε, αλλά ακριβώς για να τιμήσουμε τους εαυτούς μας, να μάθουμε κάτι για τη ζωή, μέσα από τη ζωή ενός άξιου ανθρώπου.
Ο Τάτσης Αποστολίδης γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1928, γιος του γιατρού Πέτρου Αποστολίδη- μετέπειτα δημάρχου των Ιωαννίνων το διάστημα κυριαρχίας στα Γιάννενα του ΕΑΜ (Δεκέμβρης 1944- Μάρτιος 1945)- και της Αθηνάς Καππά, κόρης γνωστής αστικής οικογένειας της πόλης.
Ο Τάτσης θα σπουδάσει από τα παιδικά του χρόνια στα Γιάννενα βιολί για να καταλήξει μεταπολεμικά και μέχρι τις μέρες μας ο σημαντικότερος βιρτουόζος βιολιού με διεθνή αναγνώριση. Το μουσικό του βιογραφικό είναι θα λέγαμε και το πιο γνωστό: Μετά το Ωδείο στα Γιάννενα και αφού τελειώνει τη Ζωσιμαία το 1946 κατεβαίνει στην Αθήνα και σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών το διάστημα 1948 - 1954 στην τάξη του Γ. Λυκούδη από όπου πήρε και το δίπλωμά του με πρώτο βραβείο. Εκεί θα γνωρίσει και τον Μίκη Θεοδωράκη με τον οποίο θα παίξει πολλές φορές όπως και με τον Μάνο Χατζιδάκι αργότερα. Θα φύγει το 1957 στο Παρίσι, με κρατική υποτροφία και τη βοήθεια της οικογένειάς του, κάνοντας σπουδές με τον παιδαγωγό Ζορζ και τον βιολονίστα Χένρικ Σέρινγκ. Στη Διεθνή Ακαδημία της Νίκαιας βραβεύεται με το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας το 1960, οπότε επιστρέφει στην Ελλάδα και ξεκινάει την καριέρα του. Θα μετάσχει στη Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, ιδρυτικό μέλος στο «Ελληνικό Κουαρτέτο», και εκατοντάδες συναυλίες ως σολίστ στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 1978 αναλαμβάνει την Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών, ιδρύει τη Μικρή Ορχήστρα Εγχόρδων, συμμετέχει σε πολλές άλλες ορχήστρες (Ελληνική Καμεράτα, σύνολο «Μαρσίας», Ορχήστρα των Χρωμάτων, Συμφωνική Ορχήστρα ΕΡΤ και Κρατική Ορχήστρα Αθηνών). Θα συμμετάσχει σε πολλές ηχογραφήσεις, θα βγάλει 8 δίσκους και θα παρουσιάσει σε πρώτη εκτέλεση πολλά έργα για βιολί.
Ιδιαίτερο κεφάλαιο της καριέρας ήταν η διδασκαλία στο Ωδείο Αθηνών, από το 1955 ως και το 2003 βγάζοντας σημαντικούς μουσικούς. Εμφανίστηκε τελευταία φορά στην τιμητική συναυλία της ΚΟΑ τον Νοέμβριο του 2008, ενώ τον Μάρτιο του 2007 είχε διοργανωθεί τιμητική συναυλία στην Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, χωρίς τη μεγάλη συμμετοχή του γιαννιώτικου κοινού. Τα σύγχρονα άλλωστε Γιάννενα, και ειδικά οι τοπικές αρχές μοιάζουν να τον έχουν ξεχάσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μεγαλύτερο μέρος του τοπικού Τύπου δεν ανέφερε τον θάνατό του ως και τρεις μέρες μετά, παρά την ευρεία δημοσιότητα στον αθηναϊκό Τύπο (ενδεικτικά εδώ).

Εκλεκτός άνθρωπος

Ο Τάτσης Αποστολίδης ήταν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, ένας εκλεκτός άνθρωπος, όπως μου είπε ένας από τους πολλούς του φίλους στα Γιάννενα. Αν θέλουμε να μάθουμε κάτι γι’ αυτήν την προσωπικότητα, πρέπει να δούμε πώς μεγάλωσε, το οικογενειακό του περιβάλλον και την εφηβική του δράση στην ΕΠΟΝ κατά την Κατοχή στα Γιάννενα. Άλλωστε και ο ίδιος σε εκείνα τα πρώτα χρόνια της ζωής του γυρνάει αυτοβιογραφούμενος μέσα από τη λογοτεχνία, στο πολύ καλό βιβλίο που εξέδωσε το 2001 από τον Κέδρο «Δεκαπέντε ιστορίες και μια βόλτα με ποδήλατο». Όπως ο Πολίτης Κέιν του Όρσον Ουέλς, αναζητά στο τέλος το μυστικό της ζωής, σε ένα θαμμένο στο χιόνι παιδικό έλκηθρο, τον «ροδανθό» της παιδικής του ηλικίας, έτσι κι ο Αποστολίδης στο βιβλίο του, με αφαιρετικό ύφος και γεμάτη συγκίνηση ματιά, ανασύρει μικρές ψηφίδες της εφηβικής ζωής του, που φαίνεται ότι τον ακολούθησαν σε όλο το ενήλικο βίο έκτοτε.
Για το οικογενειακό περιβάλλον, διαθέτουμε ευτυχώς ένα μοναδικό τεκμήριο, τα απομνημονεύματα του πατέρα του, Πέτρου. Δημοσιεύτηκαν σε δύο τόμους, από τον Κέδρο το 1981 και το 1983 υπό τον γενικό τίτλο «Όσα θυμάμαι». Ο Πέτρος Αποστολίδης (1896- 1988) περιγράφει στον πρώτο τόμο με υπότιτλο «Γκαρνιζόν Ουσάκ 1922- 1923» τη συμμετοχή του ως στρατιωτικού γιατρού στον Μικρασιατικό πόλεμο. Με θαυμάσια περιγραφή αναφέρεται σε μια δραματική πτυχή της ελληνικής ιστορίας, όντας ο ίδιος πρωταγωνιστής. Αιχμάλωτος των Τούρκων, αντικρίζει το φάσμα του θανάτου, έχει όμως και τη δυνατότητα να δει τα προβλήματα του ελληνικού στρατού και τη βία που ασκεί κι αυτός στον τοπικό πληθυσμό. Πάνω όμως απ’ όλα φαίνεται να διαμορφώνει εκεί στον πόλεμο, μια βαθιά ανθρωπιστική ιδεολογία και μια στάση ζωής κατά του πολέμου. Αυτός ο τόμος θα βραβευθεί με βραβείο Ιπεκτσί το 1983 στην Κωνσταντινούπολη.
Ο άλλος τόμος με υπότιτλο «Η συνέχεια 1900- 1922 και 1923- 1969» περιγράφει τη ζωή στα Γιάννενα προσφέροντας μοναδικές πληροφορίες για την κοινωνική και πολιτική κατάσταση. Σταθμοί στη ζωή του Πέτρου Αποστολίδη μετά τον πόλεμο είναι δύο, το 1924 και το 1944. Έχοντας ως φοιτητής παρέες βενιζελικής ατμόσφαιρας και με την αντιπολεμική ιδεολογία που του «προσφέρει» ο πόλεμος, στα Γιάννενα έρχεται, μετά την επιστροφή του το 1923, σε επαφή με τους ντόπιους κομμουνιστές. Τον Δεκέμβριο του 1924 γίνεται η πρώτη σοβαρή επίθεση της χωροφυλακής στον τοπικό κομμουνιστικό πυρήνα. Συλλαμβάνονται τα στελέχη του τοπικού συνδέσμου Παλαιών Πολεμιστών, της οργάνωσης δηλαδή των βετεράνων του μικρασιατικού, που θεριεύει εκείνον τον καιρό ζητώντας ψωμί και γη για τους πολεμιστές αγρότες και εργάτες που έχουν γυρίσει από το μέτωπο. Παράλληλα η μπολσεβικοποίηση του ΚΚΕ (αλλάζει όνομα από το ΣΕΚΕ που ήταν πριν), η άνοδος του εργατικού κινήματος και η ρευστή πολιτική κατάσταση (μαζί με την άθλια κατάσταση των οικονομικών), δημιουργούν το πλαίσιο για την ανάπτυξη ενός κρατικά οργανωμένου αντικομμουνισμού, ο οποίος και θα θεσμοποιηθεί τα αμέσως επόμενα χρόνια (παγκαλική δικτατορία, ιδιώνυμο κλπ). Ανάμεσα στους συλληφθέντες και ο γιατρός Αποστολίδης, αλλά και ο ποιητής Γιοσέφ Ελιγιά. Ο Αποστολίδης θα γλυτώσει την καταδίκη και την εξορία, θα αποκτήσει όμως «φάκελο» που θα τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή- ανάμεσα στα «εγκλήματά» και το διάβασμα ενός βιβλίου του Λένιν.
Τον Δεκέμβριο του 1944 ο Πέτρος Αποστολίδης θα ανακηρυχθεί από τα εργατικά σωματεία, δήμαρχος της πόλης, μόλις αναλάβει την εξουσία το ΕΑΜ. Θα χρειαστεί όμως να πάμε λίγες μέρες πριν μέχρι να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, ώστε να συναντήσουμε και τον Τάτση, που μπαίνει κι αυτός με θέρμη στη μεγάλη περιπέτεια της Ιστορίας.

Στην ΕΠΟΝ

Ο Τάτσης είναι ήδη από τους πρώτους στην ΕΠΟΝ το 1943, μαθητής ακόμα. Γράφανε χειρόγραφες προκηρύξεις και τις μοιράζανε. «Ο Κώστας Σφήκας προς την πλατεία, εμείς προς τη Βηλαρά» μας έλεγε πριν από λίγο στο τηλέφωνο ο Σπύρος Σπέγγος από τις πιο γνωστές προσωπικότητες της πόλης μας σήμερα. Από τότε χρονολογείται και η στενή, αδελφική σχέση του Σφήκα με τον Αποστολίδη. Ο Κώστας Σφήκας (δεξιά στη φωτογραφία) δεν είναι άλλος από τον σπουδαίο κινηματογραφιστή, οι εικαστικές ταινίες του οποίου έφεραν το ελληνικό σινεμά λίγο περισσότερο προς τη μεριά της τέχνης. Πέθανε πριν από λίγες μέρες στις 24 Μαΐου 2009 (εδώ). Είχε γεννηθεί το 1927 στην Αθήνα. Στην Κατοχή, τον έφερε στα Γιάννενα ο παππούς του που ήταν διευθυντής στο τοπικό Ταχυδρομείο, για να τον σώσει από την πείνα της πρωτεύουσας.
Ο Τάτσης Αποστολίδης θα ανέβει στο βουνό την άνοιξη του 1944 και λίγες μέρες μετά θα ανέβει και ο Σπύρος Σπέγγος και θα συναντηθούν στο Καπέσοβο. Θα πάρουν το δρόμο τους μέσα στον αγώνα της ΕΠΟΝ. Ο Σπύρος θα πάει στο τυπογραφείο στο Βραδέτο και ο Τάτσης, με το ψευδώνυμο Ρήγας πια (ενδεικτικό της μόρφωσής του ίσως το ψευδώνυμο) θα ενταχθεί στο πολιτιστικό τμήμα της οργάνωσης. Αυτός θα παίζει βιολί και μια Επονίτισα, η «Χαραυγή» θα απαγγέλει ποιήματα.
Τα Γιάννενα απελευθερώνονται στις 15 Οκτωβρίου 1944 και οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ μπαίνουν στην πόλη. Ο Τάτσης γυρίζει και συμμετέχει στις δραστηριότητες της ΕΠΟΝ τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο. Η έναρξη των Δεκεμβριανών στην Αθήνα όμως, αλλάζει δραματικά και την κατάσταση στα Γιάννενα. Χωρίς να προσδιορίζει ακριβώς την ημερομηνία μέσα στον Δεκέμβρη, ο Πέτρος Αποστολίδης περιγράφει στα απομνημονεύματά του, πώς ο ΕΔΕΣ ζητάει να συλλάβει το γιο του, και τελικά πάνε μαζί, στις 2 τη νύχτα και οι δύο στο τμήμα. Θα κλειστούν μαζί με εκατοντάδες άλλους Γιαννιώτες της εαμικής παράταξης, στη φυλακή του Αγίου Κοσμά (εκεί που σήμερα είναι ο ΟΤΕ στην 28ης Οκτωβρίου). Ο ΕΛΑΣ θα επιτεθεί στην πόλη στις 21 Δεκεμβρίου και μετά από φονικές μάχες θα την καταλάβει εκδιώχνοντας τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ. Στις 28 Δεκεμβρίου θα μπουν στην πόλη ο Σαράφης και ο Άρης και θα φωτογραφηθούν από τον Κώστα Μπαλάφα, στις εμβληματικές φωτογραφίες που δημοσίευσε πολύ αργότερα στο λεύκωμα «Το Αντάρτικο στην Ήπειρο» (Γιάννινα 1991). Ο Αποστολίδης όμως δεν είναι ακόμα στην πόλη.
Πατέρας και γιος, ακολούθησαν ως όμηροι, με τα πόδια, τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ που υποχωρούσαν στην Πρέβεζα. Οι περισσότεροι όμηροι θα βρεθούν στην Κέρκυρα λειτουργώντας ως «ανάχωμα» στις διαπραγματεύσεις μετά τον Δεκέμβρη- ομήρους θα κρατήσει με τη σειρά του και ο ΕΛΑΣ στις ίδιες ακριβώς φυλακές στα Γιάννενα.
Ο Πέτρος και ο Τάτσης θα γλυτώσουν χάρη σε έναν χωροφύλακα που τους γνώριζε, και δεν θα φύγουν για την Κέρκυρα. Θα γυρίσουν με τα πόδια στα Γιάννενα μετά από λίγες ημέρες (συναντώντας τυχαία και τον Άρη με τους μαυροσκούφηδες) και στη διαδρομή ο Πέτρος Αποστολίδης θα μάθει ότι εκλέχτηκε δήμαρχος της πόλης.
Στο «Όσα θυμάμαι» θα περιγράψει με λεπτομέρειες τη σύλληψή τους στα Γιάννενα και την αρχή της ομηρείας (σελίδες 233- 240). Ένα απόσπασμα από την αρχή της πορείας προς την Πρέβεζα:
«Μας διατάζουν να ανέβουμε στα αυτοκίνητα. Διαμαρτυρόμαστε. Οι Γερμανοί μας έλεγαν και παίρναμε κουβέρτες, εσείς που μας πάτε γυμνούς; - Τώρα θυμηθήκατε; Δεν γίνεται τίποτα. Ανεβείτε πάνω. -Πού πάμε; Σταματάμε σ’ ένα γεφυράκι δεξιά στο δρόμο πριν απ’ το Τέροβο, μας κατεβάζουν, περνάμε το γεφυράκι και παίρνουμε το μονοπάτι, ένας ένας, σε μια απότομη πλαγιά, όλο χαλίκια».

Στο διήγημα «Πέτρου και Αθηνάς» από το βιβλίο του, ο Τάτσης Αποστολίδης θα θυμηθεί και την άλλη σύλληψή τους, λίγα χρόνια πριν, από τους Γερμανούς (στο "Όσα Θυμάμαι " η σκηνή αυτή περιγράφεται στις σελίδες 207- 210):
«Αυτήν ακριβώς τη στιγμή έπαψε να αναπνέει. Το χέρι του παγωμένο δεν δίνει γνωριμιά. … Τότε, με κρατούσε από το χέρι σφιχτά και πηγαίναμε. Ξημέρωνε με κόπο, τα μάτια δάκρυζαν από το κρύο, καίγανε από την αϋπνία. Ομίχλη έπνιγε την πόλη. Βαδίζαμε ανάμεσα στους ξένους φρουρούς. Κάποιος ψιθύρισε: «Γιατρέ, πού μας πάνε;». «Μάλλον για εκτέλεση» είπε. Κρατούσε το χέρι μου, το βλέμμα του καρφωμένο ίσια μπροστά. Δεν φοβόμουνα. Ήμουν παιδί κι ήταν εκεί».
Θα ακολουθήσουν πολλές φυλακές και εξορίες για τον πατέρα, ο γιος όμως, ο Τάτσης θα βρει το δρόμο του στη μουσική. Ίσως γιατί μόνο η τέχνη ξέρει να λυτρώνει. Και να «θυμάται» με τον δικό της τρόπο.

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

Εκλογές 2009: Στη σειρά των καθημερινών μας ματαιώσεων

Έτσι θα είναι για πάντα; Εκλογές, λόγια πολλά, τα ίδια και τα ίδια πρόσωπα, η ίδια πολιτική... Ένας αέναος κύκλος, ένα τσίρκο που κάθε τόσο στήνει την τέντα του στο περιθώριο της προσωπικής μας ζωής, μια αίσθηση ότι τούτη η προσωπική ζωή έχει αλωθεί από έναν δημόσιο χώρο αφωνίας και μαζικής χειραγώγησης.
Αυτό το μόνιμο άγχος στο λαιμό, ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι τίποτα δεν αλλάζει, δεν είναι μόνο από την κρίση και τη δύσκολη καθημερινότητα. Είναι και το δυστοπικό μέλλον που όλο και πιο έντονα καταλαμβάνει το παρόν. Θα περάσουν τα χρόνια και τίποτα δεν θα έχει αλλάξει. Θα περάσει ο καιρός, και το χέρι μας στην κάλπη θα εγκλωβίζεται όλο και πιο πολύ μέσα σε αυτή τη χαραμάδα του ψεύδους.
Δεν κάνει κανείς ένα βήμα. Κάποιοι κάνουν βήματα πίσω κυριολεκτικά, όπως το ΚΚΕ με τον Στάλιν ή το ΛΑΟΣ με το "έθνος". Αλλά κι όσοι θωρούν το μέλλον με μια κάποια συναίσθηση των απαιτήσεων των καιρών, όπως η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ, οι Οικολόγοι και πιο πολύ ο ΣΥΡΙΖΑ, μένουν εκεί στο παρατηρητήριο των νέων καιρών.
Έτσι, είναι παντού, θα πει κάποιος κυνικός. Έτσι είναι παντού στον κόσμο. Τους πολιτικούς τους τρέφουν οι εκλογές. Κι εμείς μένουμε με τις ματαιώσεις.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

AZIF από την ομάδα Κι όμως Κινείται -Μια όμορφη παράσταση στην αρχαία Δωδώνη από τον Δήμο Δωδώνης

Την Παρασκευή το βράδυ στο λυόμενο θέατρο του αρχαιολογικού χώρου της Δωδώνης, κάτω
από μια φέτα φωτεινού φεγγαριού που ακουμπούσε στην Oλύτσικα, είδαμε την παράσταση σύγχρονου χορού AZIF από την ομάδα χορού Κι όμως κινείται. Η παράσταση παρουσίαζε τη ζωή του τσίρκου, του ακροβάτη, του γελωτοποιού, της μπαλαρίνας και μιας εργαζόμενης. Ο θίασος, φτάνει στην πόλη και ετοιμάζεται για την παράσταση. Οι ήρωες ζουν για εκείνες τις λίγες στιγμές στους προβολείς, εκεί που δείχνουν τον πιο


μαγικό εαυτό τους και το κοινό τους θαυμάζει. Η ζωή τους όμως δεν είναι μόνο μπροστά στους προβολείς, αλλά και πίσω. Εκεί στην καθημερινότητα, με τις ταπεινές ασχολίες του πλυσίματος των ρούχων, της οινοποσίας, της προπόνησης. Κι ακόμα με τον έρωτα, το φλερτ, τις σκέψεις, τη μοναξιά. Μέσα σε ένα λιτό, λειτουργικό και μοντέρνο σκηνικό, οι χορευτές, ώριμοι, καλογυμνασμένοι, εκφραστικοί, μας παρουσίασαν μια πολύ ζωντανή και πρωτότυπη παράσταση αναδεικνύοντας πέρα από τη δυναμική της χορευτικής τέχνης και μια εικαστικότητα καθώς και μια απρόσμενη θεατρικότητα που μας άρεσε.Με έναν έντονο ερωτισμό εξ αρχής υποδηλώνουν την ελευθεριότητα που εκφράζει το τσίρκο, αλλά και τα όρια που συναντά ο ελεύθερος άνθρωπος μέσα στο πλέγμα των σχέσεων. Ο ακροβάτης που καταρρέει όταν βλέπει την αγαπημένη του με άλλον, η γυναίκα που αισθάνεται δυνατή ώστε να χορεύει ελεύθερα, αλλά και αδύναμη όταν μένει μόνη, το κορίτσι που αδυνατεί να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο και χορεύει ξέφρενα σε ένα κρεσέντο νεύρωσης, ο ερωτευμένος νέος που πολύ θα ήθελε να υποταχθεί για πάντα στον έρωτά του, αλλά…Η καλή μουσική, η φροντίδα στις λεπτομέρειες και πάνω από όλα η αξιοσύνη των χορευτών (εξαιρετική η Χριστίνα Σουγιουλτζή), έφτιαξαν τελικά μια ολοκληρωμένη, όμορφη παράσταση που άρεσε στον λιγοστό κόσμο- όχι πάνω από 100 άνθρωποι διάλεξαν να πάνε αυτό το ωραίο καλοκαιρινό βράδυ ως αυτόν τον υπέροχο αρχαιολογικό χώρο που τώρα με την Εγνατία είναι μόλις 10 λεπτά από τα Γιάννενα. Ίσως ο κόσμος να ήταν περισσότερος αν είχε προβληθεί


καλύτερα η παράσταση. Παρά τις χιλιάδες αφίσες που κολλήθηκαν στην πόλη, επικοινωνιακά το αποτέλεσμα θα ήταν καλύτερο αν ο τοπικός Τύπος (που δεν ενδιαφέρθηκε βέβαια να ψάξει μόνος του στοιχεία) ήταν κατάλληλα εφοδιασμένος για το περιεχόμενο και το είδος της παράστασης ή αν προσεγγιζόταν το νεανικό κοινό που ενημερώνεται πλέον αποκλειστικά από τα μπλογκ και τις ιστοσελίδες.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι επικοινωνιακό, αλλά έχει να κάνει με την απουσία πολιτισμού στα Γιάννενα. Οι τοπικές αρχές και κυρίως ο Δήμος και η νομαρχία δεν έχουν κανένα σχεδιασμό και καμιά έμπνευση. Όταν κάποτε στα "Ηπειρωτικά" του δήμου Ιωαννιτών βλέπαμε τα μπαλέτα του Μινσκ, τον Χατζιδάκι ή τις Ροές της Σ. Σπυράτου και φέτος έχουμε απλώς μια συρραφή από θέατρα που περιοδεύουν, τότε κατανοεί κανείς ότι έχει χαθεί ο δεσμός του κοινού με το σύγχρονο γίγνεσθαι του πολιτισμού.
Η παράσταση στη Δωδώνη διοργανώθηκε από τον Δήμο Δωδώνης, ο οποίος μάλιστα την πρόσφερε δωρεάν. Όταν ένας μικρός δήμος του νομού Ιωαννίνων μπορεί να προσκαλεί σύγχρονα σχήματα με πρωτότυπο περιεχόμενο (γιατί είχε κι άλλες, καλές εκδηλώσεις-εδώ), τότε τα πάντα είναι δυνατά. Ακόμα κι ένα φεστιβάλ σύγχρονου χορού θα μπορούσε να διοργανωθεί στα Γιάννενα (ή στο Δήμο Δωδώνης, γιατί όχι;). Φαίνεται όμως ότι οι περισσότεροι τοπικοί άρχοντες πιστεύουν ότι τα καλοκαίρια είναι για τα πανηγύρια και μόνο.


Μπράβο συνεπώς στο Δήμο Δωδώνης που μας πρόσφερε αυτήν την παράσταση, κι ελπίζουμε να συνεχίσει έτσι, αφήνοντας ίσως για λίγο στην άκρη την γκρίνια για την αναστήλωση του αρχαίου θεάτρου, για πράγματα πιο δημιουργικά, στα οποία όπως φαίνεται τα πάει μια
χαρά.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Δημόσιες υπηρεσίες: Ας παραδεχτούν και ας δώσουν κάποτε εξηγήσεις για συγκεκριμένα λάθη

Στην υπόθεση της απαγωγής στην Αμερική, όπου και βρέθηκε μια γυναίκα 29 χρονών μετά από 18 χρόνια ομηρείας στα χέρια του απαγωγέα της, η αστυνομία με δημόσιες δηλώσεις λειτουργών της «κατηγορεί» τον εαυτό της, γιατί πριν από τρία χρόνια, ενώ επισκέφτηκε το σπίτι του απαγωγέα μετά από μαρτυρίες γειτόνων, δεν έκανε έρευνα ώστε να βρει και το κορίτσι, που ζούσε στην πίσω αυλή.
Τόσα χρόνια που θυμάμαι τον εαυτό μου, καμιά υπηρεσία στην Ελλάδα δεν «κατηγορεί»τον εαυτό της για συγκεκριμένα λάθη. Ουδέποτε η αστυνομία, η πυροσβεστική ή η πολεοδομία και όποια άλλη υπηρεσία, βγήκε να παραδεχτεί ότι έκανε λειψή δουλειά. Όχι να πει γενικά ότι έχει αδυναμίες, γιατί τότε οι δικαιολογίες είναι πολλές (ελλείψεις προσωπικού, λίγα κονδύλια κλπ). Αλλά σε κάτι συγκεκριμένο, να βγουν αμέσως και να παραδεχτούν συγκεκριμένα λάθη. Στην Ελλάδα γίνονται ΕΔΕ, η υπόθεση πάει στον εισαγγελέα, η κυβέρνηση δηλώνει σταθερά ότι «θα βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο» και μετά δεν γίνεται τίποτα.
Και το πρόβλημα που προκύπτει δεν είναι ότι δεν υπάρχει ηθική, δεοντολογία και έγνοια για το κοινό καλό, στις δημόσιες υπηρεσίες. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν έρχεται η κάθαρση, ποτέ δεν μαθαίνουμε τι έγινε στην πραγματικότητα. Κι έτσι, εκεί που θα έπρεπε να υπάρξει μια εξήγηση και ένα συγγνώμη, καταλήγουμε να αναλωνόμαστε σε προκαταλήψεις και αστικούς μύθους. Τις φωτιές τις ανάβουν Τούρκοι κατάσκοποι, αναρχικοί ή… μέλη του ΠΑΣΟΚ (αυτά δεν έλεγαν διάφοροι το 2007;), στο τέλος καταλήγουμε σε μια γιαγιά που έφτιαχνε κόλλυβα κι εν τέλει μένουμε με τα καμένα και το ηρωικό δημόσιο να κάνει πάντα «ό,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν» στις πυρκαγιές.
Αλλά ακόμα και για ένα χαρτί να πας σε μια υπηρεσία, ουδέποτε θα ακούσεις μια συγγνώμη, έναν ενθαρρυντικό λόγο, μια εξήγηση. Πρόσφατα σε δημόσια υπηρεσία, που πήγα να κάνω μια διόρθωση (για δικό τους λάθος) σφάζονταν μπροστά μου υπάλληλοι και προϊστάμενος για το πώς θα πάρουν άδεια. Φωνές και κακό. Και σε μένα να μου μιλάει ο υπάλληλος λες και τον ενοχλώ (ε, προφανώς τον ενοχλούσα τον γίγαντα που ετοιμαζόταν για πόλεμο για τη σωστή ημερομηνία άδειας).
Όχι δεν χρειάζεται να στέλνουμε δήθεν στον εισαγγελέα τους κακούς υπαλλήλους και την ανεύθυνη ηγεσία του κρατικού μηχανισμού όταν προκύπτει πρόβλημα. Ας τους ζητήσουμε απλώς να δηλώνουν δημόσια τα λάθη τους, ειδικά όταν αυτά προκαλούν προβλήματα στον πολύ κόσμο, και να μας εξηγούν πώς έγιναν αυτά τα λάθη. Ας τους βάλουμε στη βάσανο να εξηγήσουν και να απολογηθούν δημόσια.

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκιψ- Μια ιστορία για έναν κόσμο που έχει ανάγκη τις ιστορίες


Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκιψ είναι μία από τις δύο ομορφότερες ταινίες της σειράς, μαζί με την πρώτη. Και σίγουρα μια από τις ενδιαφέρουσες συνέχειες, ενδεικτική του υψηλού επιπέδου συνολικά των ταινιών του Χάρι Πότερ, ενός επιπέδου που μας επιτρέπει να συζητάμε για ένα κινηματογραφικό φαινόμενο με πολλαπλή κοινωνική επιρροή, τουλάχιστον σε εκείνο το πεδίο που αποκαλούμε μαζική ψυχαγωγία στις μέρες μας.
Είναι μια όμορφη ταινία γιατί δίνει πολύ χώρο και χρόνο στους τρεις κεντρικούς ήρωές της και τον περίγυρό τους, δομώντας με επάρκεια το μαγικό τους κόσμο. Τους βλέπουμε για δύο ώρες σχεδόν να ζουν την καθημερινότητά τους μέσα σε έναν εναλλακτικό κόσμο και πειθόμαστε ότι ένας τέτοιος κόσμος είναι εφικτός, ότι αποτελεί μια πιθανότητα. Τα μαγικά φίλτρα, οι μεταμορφώσεις, η αρχιτεκτονική, όλα παραπέμπουν σε έναν κόσμο που έχουμε μάθει να τον νομίζουμε οικείο και παράλληλα να τον θεωρούμε μαγικό- μαγικό ως κόσμο της μαγείας εντός της ταινίας, αλλά και μαγικό ως κόσμο φιλμικό, ως κατασκευή δηλαδή, ως ψέμα που φτιάχνει η βιομηχανία του θεάματος.
Είναι μάλιστα αξιοπρόσεκτο ότι σε αυτήν την έκτη ταινία, είναι ακριβώς αυτός ο μαγικός κόσμος που κερδίζει το ενδιαφέρον του θεατή κι όχι τόσο η δράση η οποία είναι πολύ περιορισμένη, προς το τέλος κυρίως και χωρίς εντυπωσιακές ανατροπές. Θα μπορούσαμε να συζητήσουμε γι’ αυτές, αλλά είναι τόσο γνωστά πια τα βιβλία και η ιστορία, που δεν έχει νόημα- ας κρατήσουμε συνεπώς την αρχή να μην αποκαλύπτουμε το φινάλε (για το οποίο όμως ενημερωνόμαστε αν θέλουμε από εδώ).
Ο κινηματογραφικός Χάρι Πότερ όμως ξεχωρίζει στο επίπεδο της κατασκευής όχι γιατί έχει προσεγμένα κοστούμια και σκηνικά ή γιατί προσέχει τις λεπτομέρειες (που τα κάνει όλα αυτά στο μέγιστο), αλλά γιατί διαθέτει πνοή, γιατί δίνει νόημα στον κόσμο (του). Σε αυτήν την ταινία, που μοιάζει να μην συμβαίνει τίποτα εντυπωσιακό στη δράση, όλα συμβαίνουν από πίσω, υπονοούνται. Το Κακό είναι κρυμμένο αλλά υπαρκτό, η δύναμή του είναι τέτοια που βαραίνει πάνω στους ανθρώπους- μάγους και μαγκλ. Η προσθήκη της πρώτης σκηνής όπου οι Θανατοφάγοι εφορμούν στο αληθινό Λονδίνο και καταστρέφουν μια γέφυρα, υποσημειώνει ακριβώς αυτήν την πρωτοφάνερη μετά από χρόνια ύπαρξη του Κακού στον κόσμο (μας). Όσα συμβαίνουν συνεπώς στον μαγικό κόσμο και στον κόσμο των ανθρώπων, σκιάζονται από την ύπαρξη ενός άλλου κόσμου, σκοτεινού και δυνατού τόσο ώστε να απειλεί τους άλλους δύο.
Και η ευτυχία εκείνη της πρώτης ταινίας όπου τα μικρά παιδιά περνούσαν απλώς μέσα από έναν τοίχο για να αλλάξουν κόσμο, τώρα μετατρέπεται σε μεγάλη αγωνία, αφού οι
«γέφυρες» μεταξύ του κόσμου του καλού και του κακού, φέρνουν πια δυσοίωνα μηνύματα. Στο τέλος, μια τέτοια «γέφυρα» θα φέρει τους κακούς εντός του καλού. Το κακό κρύβεται μέσα μας. Κι ακόμα κι ένα ταπεινό αντικείμενο μπορεί να κρύβει την ψυχή του κακού.

Για όσους δεν διαβάσαμε τον Χάρι Πότερ σε βιβλίο (και δεν έχω διάθεση να το ξεκινήσω τώρα) η κινηματογραφική του εκδοχή, μας έδειξε έναν δρόμο προς ένα νέο είδος κινηματογράφου, αυτόν της μαζικής ψυχαγωγίας για όλον τον κόσμο. Ξέρω ότι η συζήτηση γι’ αυτό το είδος γίνεται πολλές φορές με ένταση και ιδεολογικοποιημένα επιχειρήματα. Τα επιχειρήματα όμως του παλιού κόσμου δεν επαρκούν εδώ. Ο Χάρι Πότερ είναι ταυτόχρονα ένα προϊόν της βιομηχανίας του θεάματος, αλλά και προϊόν του καιρού της εικόνας, των δικτυώσεων, του πολυπολιτισμού, της ταχύτητας της πληροφορίας. Η σοβαρότητα με τον οποίο τον αντιμετώπισαν εξ αρχής οι συντελεστές του, τον έκαναν πραγματικό κινηματογράφο σε σχέση με άλλες επικές ιστορίες στην οθόνη που παρέμειναν στο επίπεδο του «παραμυθιού» που στοχεύει στην καλοπέραση του θεατή.
Ο Χάρι Πότερ και ο Άρχοντας των Δακτυλιδιών (αλλά και τα X- Men ή το Lost για να πω δύο πρόχειρα παραδείγματα) έθεσαν με το δικό τους τρόπο, το ζήτημα της ταυτότητας και της ύπαρξης. Και το έκαναν απευθυνόμενα σε ένα τεράστιο κοινό, το οποίο μοιάζει να αντιμετωπίζει τα προβλήματα ύπαρξης και ταυτότητας, μόνο του, χωρίς καμιά βοήθεια, με «εργαλεία» του παρελθόντος.
Σε ένα παιδί που μπορεί σήμερα να βρει οποιαδήποτε πληροφορία σε ένα δευτερόλεπτο στο ίντερνετ, ή να έχει δεκάδες δικτυακούς φίλους, αλλά και καθόλου ελεύθερο χρόνο όπως και καθόλου δημόσιο χώρο για να κοινωνικοποιηθεί, σε ένα τέτοιο παιδί λοιπόν, δεν θα του πει τίποτα ούτε ο Παζολίνι, ούτε ο Αντονιόνι- ας μην μπερδεύουμε ανόμοια πράγματα.
Είδα την ταινία μαζί με δεκάδες παιδιά και εφήβους στην κατάμεστη αίθουσα του Odeon Παραλίμνιο. Γνώριζαν τους κώδικες της ταινίας, καταλάβαιναν πότε έκανε κοιλιά και τους «χάιδευε, (στις όντως πολλές σκηνές φλερτ των νεαρών μάγων), πάλλονταν από συγκίνηση στη δραματική κορύφωση. Και βέβαια μιλούσαν στο κινητό, έλεγαν για τις διακοπές τους και κανόνιζαν νέα ραντεβού. Μπορεί να το έχουμε ξεχάσει αλλά αυτό είναι ο κινηματογράφος ως τέχνη, φέρνει κοντά ανόμοιους ανθρώπους. Κι αυτό είναι σήμερα το κοινό, αυτός ο κόσμος βλέπει κινηματογράφο και κάνει εισιτήρια. Μπορούμε άραγε να απορρίψουμε αυτό το κοινό τόσο εύκολα;
Το ότι ο Χάρι Πότερ μπορεί να μην είναι τέχνη αλλά μόνο θέαμα είναι ένα ζήτημα. Ό,τι κάνει όμως το κάνει με εντιμότητα, και συνέπεια, και σίγουρα είναι υποψιασμένος για το σε τι κόσμο γεννήθηκε. Και το μήνυμά του είναι απλό: Μετά από έξι ταινίες και δύο ακόμα που αναμένονται, θυμάται πάντα τη θυσία της μητέρας του για να τον σώσει, αγαπάει τους φίλους του κι έχει μια άδολη και επίμονη εναντίωση προς το κακό. Ε, δεν είναι και λίγα όλα αυτά…

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

Έχω ξεχάσει ποιος ήθελε την αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος

Μ' αυτά και μ' αυτά δεν θυμάμαι, γιατί και ποιος ήθελε να αλλάξει το άρθρο 24 του Συντάγματος για την προστασία του δάσους. Αφού είναι σαφές το τι είναι δάσος και πως τίποτε δεν αλλάζει στο δάσος μετά τις φωτιές (έτσι δεν μας λένε αυτές τις μέρες) τότε γιατί και ποιος ήθελε την αναθεώρηση του συγκεκριμένου άρθρου;Ποιοι βουλευτές και ποιου κόμματος μας έλεγαν ότι δεν πάει άλλο να χαρακτηρίζεται δασική έκταση κάθε θάμνος;
Ποιος ήθελε την αναθεώρηση του Συντάγματος;Με την απορία θα μείνω...

Σάββατο 22 Αυγούστου 2009

Bone 4, Ο Δρακοφονιάς, του Jeff Smith- Ένα θαυμάσιο κόμικς

Όταν το κακό βρίσκεται προ των πυλών, ο λαός συσπειρώνεται. Το ερώτημα είναι με τι στόχο συσπειρώνεται κι αν έχει επαρκή πληροφόρηση. Στο χωριό της κοιλάδας που βρέθηκαν τα ξαδέρφια Μπόουν, επικρατεί τρόμος, όχι όμως γιατί κατάλαβαν ότι οι σκοτεινές δυνάμεις του κακού ετοιμάζονται για πόλεμο, αλλά γιατί πείστηκαν ότι κακοί είναι οι… δράκοι. Τους έπεισε ο Φόουνι Μπόουν ο οποίος αυτοαναγορεύεται σε Δρακοφονιά, στήνει ένα ψεύτικο κακό, συκοφαντεί το καλό και διεγείρει τα πιο ταπεινά αισθήματα των κατοίκων τους οποίους και μετατρέπει σε εθνοφρουρούς και στρατιώτες. Με στόχο βέβαια να τους κατακλέψει στο τέλος και να οικειοποιηθεί το σύνολο του πλούτου του χωριού, τον οποίο και μαζεύει δήθεν για να δελεάσει τον "κακό δράκο. Την ίδια ώρα οι πραγματικοί καλοί, ο Φόουν Μπόουν, η γιαγιά Μπεν, η Θορν και ο Κόκκινος Δράκος παλεύουν με τους πραγματικούς κακούς ενώ ο Λούσιους αντιμάχεται μέσα στο χωριό τη μαζική πλάνη των συγχωριανών του που σαν τους Γερμανούς του ’30, δίνουν με τη θέλησή τους την εξουσία στον εχθρό του λαού και αυταρχικό λαϊκιστή Φόουνι.
Σε αυτήν τη μικρή περίληψη αναφερόμαστε σε όσα συμβαίνουν στην τέταρτη συνέχεια του Bone, του κόμικς του Jeff Smith (εδώ), με τίτλο "Ο Δρακοφονιάς 4", που μόλις εκδόθηκε από τις εκδόσεις Jemma Press (εδώ). Στην πράξη όμως δύσκολα μπορεί να περιγράψει κανείς την ομορφιά αυτού του θαυμάσιου κόμικς, το οποίο δημιούργησε παγκόσμια εντύπωση και προκαλεί το ενδιαφέρον αναγνωστών από 6 ως 96 χρονών.
Αφήστε τα παιδιά σας να το διαβάσουν, διαβάστε το κι εσείς κι αφεθείτε στη σαγηνευτική του δύναμη. Απλά σχέδια σε πρώτο επίπεδο που κρύβουν όμως από πίσω γοητεία και μαγεία, συμπύκνωση γραμμών, ύφους και αισθητικής όσων επί δεκαετίες καταγράφει η ιστορία του κόμικς. Και μια ιστορία που μοιάζει παιδική, αλλά όσο κυλάνε τα καρέ μοιάζει να αποκαλύπτει όσα συμβαίνουν γύρω μας τόσα χρόνια.
Το ότι αυτή η ιστορία παρουσιάζεται από τον Σμιθ με χιούμορ, παιδικότητα και εικαστική δύναμη, αποδεικνύει και τις δυνατότητες που κρύβουν τα κόμικς ως τέχνη. Τη μοναδική τους δύναμη να γειώνουν το φαντασιακό στην αναγνωστική πραγματικότητα και τη δυνατότητά τους να κινούνται με αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα σε ονειρικό και το ρεαλιστικό. Ο Τζεφ Σμιθ, αναδημιουργεί την ιστορία του πάνω στη δυτική παράδοση των μάγων, των δράκων και των ξωτικών, φτιάχνοντας όμως μια ιστορία που διαβάζεται σήμερα με αξιοσημείωτη ευκολία.
Να επισημάνω την εξαιρετική δουλειά που έχει κάνει η Jemma Press στην έκδοση και περιμένουμε με αγωνία τις συνέχειες.