Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

Ο ΙΩΝΑΣ

σε χαράδρα σκουπιδιών που εγώ φωνάζω μήτρα
έξω πόλεως
τέλος θεού κατακάθια
μονάχος στερεώνομαι και υπόγειος αναβλύζω
πολεμώ ν' αναστήσω το παλιό μου σπίτι
η λέξη "παιδί" μπαγιάτικη σήμερα
ο στίχος τότε νεαρός μακρυμάλλης έν' αερόστατο το δωμάτιο
(1979 πάντα)
σφαλνώ τα μάτια
και βγαίνουν ξεχασμένα έπιπλα
παπούτσια δεμένα σε κρεμάστρες
κάτι σερβίτσια σκουριασμένα
μπαμπάκια με ιώδιο
ρούχα που λένε πώς ξεφτίσαν και πετάχτηκαν
οσμές παλιές χνότου ιδρώτα φυτά ξεθυμασμένα
που δύσκολα τι δύσκολα που στήνονται θολώνουν
ανοίγω τα βλέφαρα κι αγγίζω
πίσω από τους ώμους μου άμοιρα οικόπεδα
πολυκατοικίες
καταστήματα
κι ένας ναός
κορμί από παλιά οιδιπόδειο
θυμάμαι

Θάνος Φωσκαρίνης, Αυτόχειρη ασκημία, ουσίες και συντηρητικά,
εκδόσεις Παρουσία, 1998

Τρίτη 28 Απριλίου 2009

Ευ ζην, όχι lifestyle από τον Σπύρο Βλέτσα

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι το βιβλίο του Γιαννιώτη συγγραφέα Σπύρου Βλέτσα «Ευ Ζην, όχι lifestyle!» και υπότιτλο «Αποφεύγοντας τις παρενέργειες της κατανάλωσης».
Επειδή το διάβασα λίγο πριν πάρει το δρόμο για το τυπογραφείο ξέρω ότι είναι ένα καλογραμμένο, έξυπνο και χρήσιμο βιβλίο που έρχεται ακριβώς μέσα σε μια συγκυρία που μας επιβάλλει να σκεφτούμε τι καταναλώνουμε, για ποιο λόγο το κάνουμε και πώς θέλουμε να ζήσουμε στο μέλλον ατομικά και συλλογικά.
Παλιότερα δεν γράφονταν τέτοια βιβλία στη χώρα μας, τώρα γράφονται ίσως γιατί όλο και περισσότερος κόσμος αναζητά τη δική του ταυτότητα πέρα από τους ιδεολογικούς διαχωρισμούς του παρελθόντος και με γνώμονα μια καλύτερη ποιότητα ζωής.
Ο Σπύρος Βλέτσας είναι γνωστός στην πόλη μέσα από πολλούς τρόπους. Από τα ποιήματά του και τα κείμενά του στις αρχές του ’80, από τις ταινίες του λίγο μετά, από το Ματζάτο και τον Σταθμό, πρόσφατα για την ποιητική του συλλογή «Επί των στρωμάτων» (από τις εκδόσεις Μελάνι επίσης).
Το κείμενο που συνοδεύει το βιβλίο έχει ως εξής:
«Η κατανάλωση αποτελεί, θέλοντας και μη, έναν σύγχρονο τρόπο με τον οποίο εκφραζόμαστε και επικοινωνούμε. Κατανοούμε όμως το πώς επηρεάζει τη ζωή μας και τη σχέση μας με τους άλλους;
Γιατί ενώ η κατανάλωση υπόσχεται την ευτυχία, συχνά φέρνει προβλήματα και δυσαρέσκεια; Γιατί συνεχώς παρουσιάζονται καινούριες ανάγκες και η ικανοποίηση αναβάλλεται;
Μήπως χρειάζεται να επανεκτιμήσουμε τις ανάγκες και τις προτεραιότητες μας, όχι για να ζήσουμε σαν ασκητές, αλλά για να κρατήσουμε την ευχαρίστηση και να αποφύγουμε τις παρενέργειες;
Τι μπορούμε να κάνουμε για να προστατεύσουμε την ισορροπία και το εισόδημά μας; Πώς θα αναζητήσουμε την ταυτότητα μας πέρα από τα σύμβολα της κατανάλωσης;
Ο συγγραφέας ξεκινάει από τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και ανατρέχει σε μεγάλους φιλοσόφους, κοινωνιολόγους, οικονομολόγους και λογοτέχνες– από τον Αριστοτέλη και τον Επίκουρο μέχρι τον Μπόρχες και τον Κούντερα– οι οποίοι συνεισφέρουν με τη διαπεραστική ματιά τους σε ένα πρωτότυπο βιβλίο».
Φυσικά θα επανέλθουμε στο βιβλίο και τον συγγραφέα του.

Η πολιτική ως τέχνη του εφικτού... δεν φτάνει

Η πολιτική ως τέχνη του εφικτού, παραμυθία άλλων εποχών που μαστίζει τα ονειρικά έλη των σύγχρονων πολιτικών, αδυνατεί να τεχνουργήσει σήμερα. Γιατί το εφικτό δεν είναι προφανές ώστε να μπορέσει και ο κάθε λογής πολιτικός της ρεάλ πολιτίκ να κάνει το δικό του κομμάτι στο γήπεδο, να καταφέρει δηλαδή το αυτονόητο και να ζητήσει στη συνέχεια την επιβράβευσή του ως άλλος Ηρακλής μετά τον άθλο του.
Άλλωστε αν ήταν μπροστά μας η λύση ως μια εφικτή διέξοδος, πιθανότατα δεν θα είχαμε και την ανάγκη της πολιτικής κάστας που μας διαφευντεύει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο όλη αυτήν την περίοδο που οι ίδιοι ονόμασαν Μεταπολίτευση. Το κρίσιμο δηλαδή ζήτημα της εποχής δεν είναι η «διέξοδος από την κρίση», αλλά ο πολιτικός μετασχηματισμός εκείνος που τουλάχιστον θα προστατεύει την κοινωνία από τις βαρύτατες συνέπειες κρίσεων που μαγειρεύονται στους σκοτεινούς ζωμούς της ελεύθερης αγοράς.
Η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται κι ως περίοδος «χαμηλών προσδοκιών». Εννοούν, κάτι σαν το «δεν περιμένουμε πολλά από το μέλλον» φαντάζομαι. Είναι όμως άραγε τόσο απλός αυτός ο τεμαχισμός του ιστορικού γίγνεσθαι;
Η περίοδος των «υψηλών προσδοκιών» ήταν αμέσως μετά τον πόλεμο. Το κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη, το αμερικάνικο όνειρο στην από ‘κεί μεριά, η κυριαρχία της σοσιαλδημοκρατίας, η άνοδος της αριστεράς και αργότερα των νέων κινημάτων. Σύμφωνα με αυτήν τη θεώρηση των πραγμάτων τότε οι άνθρωποι προσδοκούσαν. Σήμερα δεν προσδοκούν. Έτσι όμως αποκρύπτεται ότι οι μεγάλες προσδοκίες ήταν αποτέλεσμα και μεγάλων αγώνων, συγκρούσεων, αγωνίας για το μέλλον, αντιφάσεων. Κι ότι οι χαμηλές προσδοκίες του σήμερα είναι σύμπτωμα κυριαρχίας συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών και οικονομικών αντιλήψεων. Ή όχι;
Υπάρχει και μια επιμέρους πτυχή. Αποκαλύπτεται σήμερα ότι η χρηματοπιστωτική κρίση είναι αποτέλεσμα μια άναρχης κατάστασης κατά την οποία τα μεγάλα πιστωτικά ιδρύματα όπως οι τράπεζες, είχαν φτάσει στο σημείο να αγνοούν ακόμα και το τι περιείχε το χρηματοφυλάκιό τους. Αγοράζοντας και πουλώντας συνεχώς χρήμα (ομόλογα, δάνεια, πιστωτικές κάρτες, δικαιώματα στο πετρέλαιο ή το σιτάρι) κατέληγαν να ασχολούνται μόνο με το αποτέλεσμα, τα κέρδη στα τέλη της χρόνιας κι όχι το πώς αυτά παράγονταν. Με τη βοήθεια πολιτικών γραμμών όπως του νεοφιλελευθερισμού και κοινωνικών αντιλήψεων όπως η υπερίσχυση του ατόμου έναντι του συνόλου (πολιτικές και αντιλήψεις που καλλιεργήθηκαν επί δεκαετίες ως θέσφατα) διαλύθηκαν σύνορα, ξεπεράστηκαν αναστολές και παγιώθηκαν τάσεις που εν τέλει παρουσιάζονταν ως… φυσικά φαινόμενα. Έτσι είναι, έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα πάνε.
Κάποια στιγμή όμως, ο κύκλος του χρήματος είχε γίνει τόσο αδιαφανής ώστε κανείς να μην γνωρίζει πού είναι το κέντρο του και εν τέλει να καταρρεύσουν όλοι μαζί, μόλις έπαψε το χρήμα να παράγει άλλο κέρδος. Κι έτσι σήμερα, η φυσική, η αυτονόητη γραμμή του σύμπαντος, αυτή η ελέω θεού, κυριάρχηση του φιλελευθερισμού μοιάζει με τυφώνα (για να χρησιμοποιήσουμε κι εμείς ένα φυσικό φαινόμενο) που ανατρέπει τα μέχρις πρότινος παντοδύναμα στερεότυπα. Σήμερα επανακάμπτουν οι έννοιες του ήθους, της μετριοπάθειας, του σεβασμού, της κοινωνικότητας. Το ανησυχητικό είναι ότι τις χρησιμοποιούν οι ίδιοι, εκείνοι που χρησιμοποιούσαν και τις άλλες έννοιες του «ζήσε σήμερα», του «κερδίζει ο πιο δυνατός», του «σημασία έχει να νικάς», του «ο νικητής τα παίρνει όλα», του κοσμοπολίτικου «έλα μωρέ μην είσαι μίζερος».
Αν οι ίδιοι όμως πάνω κάτω άνθρωποι, τα ίδια κόμματα, οι ίδιοι μηχανισμοί που οδήγησαν στην απόγνωση εκατομμύρια ανθρώπους, εμφανίζονται σήμερα με μια άλλη πρόταση, υποτίθεται αντίθετη από την προηγούμενη, τότε γιατί να τους εμπιστευτούμε; Αφού έτσι πήγαν τα πράγματα γιατί θα πρέπει να ξαναπάνε πάλι έτσι;
Στην Ελλάδα συνεπώς, όπως και σε πολλές άλλες περιοχές του πολιτισμένου (χα) κόσμου, όπως η Ισλανδία για παράδειγμα όπως μας έδειξαν οι πρόσφατες εκλογές της, ο κόσμος δεν έχει ούτε χαμηλές ούτε υψηλές προσδοκίες. Απλώς δεν εμπιστεύεται όσους του τάζουν διέξοδο. Στη μικροκλίμακά μας αυτό εξηγεί τη μόνιμη προεκλογική κατάσταση, τα χαμηλά νούμερα της κυβέρνησης αλλά και τα εξίσου χαμηλά νούμερα της αντιπολίτευσης όπως και την παγιωμένη περιθωριοποίηση των «μικρών κομμάτων».
Η έλλειψη εμπιστοσύνης όμως, όπως και η επακόλουθη κρίση συναίνεσης και νομιμοποίησης του συστήματος, δείγμα των οποίων ήταν κι ο Δεκέμβρης, δεν είναι κατ’ ανάγκη μια αμήχανη περίοδο. Προσφέρεται για να αναστοχασμό και αναθεωρήσεις. Μοιάζει λίγο με τον κόσμο μετά τον πόλεμο, το 1945. Και η δύναμη παραμένει στα χέρια της κοινωνίας, η οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα κάνει τις επιλογές της. Και υπάρχει πάντα η πιθανότητα για ένα γκολ από το πουθενά.
Όπως περιέγραφε κι ο Σωτήρης Κακίσης σε ένα ποίημά του για ένα ματς της εθνικής ομάδας: «Σε μια φάση, ο μυθικός Μίμης Παπαϊωάννου κάνει μια ψηλοκρεμαστή σέντρα προς την αντίπαλη περιοχή. Δεν τρέχει κανένας δικός μας. Τότε ο Παπαϊωάννου αποφασίζει και τρέχει ο ίδιος. Τρέχει να χτυπήσει κεφαλιά στη δική του σέντρα! Τρέχει να χτυπήσει κεφαλιά στη δική του σέντρα! («Τι γίνεται με τις σέντρες μου», από τη συλλογή «Παραμύθια σαν αστεία άστρα» των εκδόσεων Ερατώ, 1987).

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

Wireless Hotspots στα Σύβοτα και την Παραμυθιά… Άντε να δούμε

Έστω κι αργά, νωχελικά θα έλεγε κανείς, κινούμαστε προς το δικτυωμένο μέλλον μας. Το Δίκτυο, είναι ένας αναπόφευκτος κόσμος, μια αυτονόητη εξέλιξη του τρόπου ζωής μας. Το πώς θα το χρησιμοποιήσουμε και τι συνέπειες θα υπάρξουν μακροπρόθεσμα από τη χρήση του, θα το δείξει ο καιρός. Προς το παρόν, καλά πάνε τα πράγματα κι ας μεμψιμοιρούν οι φοβικοί του παρόντος (πάντα θα βρίσκουν κάτι να τους τρομάζει).

Ο παραλιακός δρόμος στην Ηγουμενίτσα και κάτω ο υφυπουργός Αντώνης Μπέζας

Ο υφυπουργός Οικονομικών Αντώνης Μπέζας, για να πούμε κι ένα παράδειγμα που μας κέντρισε το ενδιαφέρον, ανακοίνωσε ότι θα δημιουργηθούν σημεία πρόσβασης για ελεύθερη χρήση του ίντερνετ, σε δημόσιους χώρους της Θεσπρωτίας, περιοχή από την οποία κατάγεται ο ίδιος και είναι κι ο μοναδικός βουλευτής της, εξ ου και το ειδικό ενδιαφέρον.
Ανακοίνωσε για την ακρίβεια ότι εντάχθηκε στο πρόγραμμα «Κοινωνία της Πληροφορίας» του υπουργείου Οικονομίας το έργο που έχει τίτλο «Ευρυζωνικές υποδομές ασύρματης πρόσβασης, υπηρεσιών και εφαρμογών στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Θεσπρωτίας» και προϋπολογισμό 295.000€.
Θα δημιουργηθούν από τη νομαρχία Ασύρματα Σημεία Πρόσβασης (Wireless Hotspots) σε υπαίθριους χώρους, τα οποία θα παρέχουν δωρεάν ευρυζωνικές υπηρεσίες πρόσβασης στο διαδίκτυο για τους πολίτες και σε πρώτο στάδιο αυτά τα σημεία θα είναι στην παραλία Συβότων, στην Πλαταριά, στην Πέρδικα και την Παραμυθιά.
Επιπλέον, θα χρηματοδοτηθεί και η υλοποίηση έργων επίδειξης και δικτύων εφαρμογών και η ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών προώθησης της ευρυζωνικότητας με παροχή ηλεκτρονικών εφαρμογών για φορητές συσκευές.
Ωραία ακούγονται αυτά, ειδικά όταν αφορούν περιοχές που χρόνια τώρα βρίσκονταν από την σκοτεινή πλευρά της ανάπτυξης. Ανάλογες δομές δημιουργούνται βέβαια σε όλη τη χώρα, παρατηρείται όμως το εξής φαινόμενο: Ενώ σιγά σιγά κατασκευάζονται οι υποδομές για ελεύθερη πρόσβαση στο Διαδίκτυο, η ίδια η ελεύθερη χρήση δεν γίνεται εμφανής, ίσως και να μην υπάρχει καν. Δεν βλέπεις δηλαδή πολύ κόσμο να κάθεται στις πλατείες και να χρησιμοποιεί αυτές τις δομές.
Κατά τη γνώμη μου το πρόβλημα έχει διπλή όψη: Από τη μία, η χρήση του Διαδικτύου στη χώρα μας παραμένει προβληματική. Είναι ακριβή (σε αυτό θα βοηθήσει η δωρεάν χρήση στις πλατείες), δεν είναι τόσο γρήγορη όσο διαφημίζεται και το χειρότερο, δεν έχει τόσες εφαρμογές όσες θα περιμέναμε. Το κυριότερο, δεν μπορείς να κάνεις τις δουλειές σου ειδικά με το Δημόσιο, μέσω διαδικτύου, σε τέτοιο βαθμό τουλάχιστον ώστε να αλλάζει ριζικά προς το καλύτερο η καθημερινότητά σου, όπως θα έπρεπε να γίνεται.
Η άλλη όψη είναι ότι δεν έχουμε δημόσιους χώρους, πλατείες και πεζοδρόμους, τέτοιους που να επιτρέπουν χρήσεις όπως η πρόσβαση στο ίντερνετ. Πού να κάτσουν τα νέα παιδιά όταν ή η πλατεία θα έχει παραχωρηθεί στις καφετέριες ή απλώς δεν θα υπάρχει καν ως ένας επαρκής, πολιτισμένος δημόσιος χώρος;
Αν υπάρξει πάντως μια στοιχειώδης, συνεπή πολιτική που θα περιλαμβάνει άμεσα την παροχή υπολογιστών στα νέα παιδιά (όπως είχε υποσχεθεί αυτή η κυβέρνηση) κι ένα ενδιαφέρον για το δημόσιο χώρο και την πρόσβαση σε αυτόν των πολιτών, τότε τα αποτελέσματα από δράσεις όπως οι παραπάνω που ανακοίνωσε ο υφυπουργός θα είναι εντυπωσιακά. Λίγη πίστη και συνέπεια χρειάζεται…



Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Λυσσασμένες αλεπούδες του Δημήτρη Πετσετίδη

Τον Δημήτρη Πετσετίδη, κάποια στιγμή πριν από μερικά χρόνια τον διάβασα ολόκληρο, διάβασα δηλαδή όλα τα βιβλία που είχε κυκλοφορήσει ως τότε. Τον είχα προσέξει και στην Εποχή που έδινε κάποιο σχέδιο, γιατί είναι και καλός γελοιογράφος ή κάποιο κείμενο, κι είχα διαβάσει από ανθρώπους που εμπιστεύομαι ότι είναι καλός διηγηματογράφος.
Δεν είναι απλώς καλός, είναι από τους καλύτερους. Η αφορμή να τον διαβάσω ήταν η ενασχόλησή μου με τη δεκαετία του ’40, αφορμές όμως για να διαβάσουμε υπάρχουν πολλές- ακόμα και η φωτογραφία του εξωφύλλου μας κάνει συχνά να ανοίξουμε ένα βιβλίο. Οι αφορμές δεν έχουν σημασία. Με το πού πάτησα όμως στην πρώτη του σελίδα στο «Δώδεκα στο δίφραγκο» χάθηκα στον δικό του λογοτεχνικό κόσμο. Διάβασα ως και το «Ο Σαμπατές ζει» και μετά δεν ξανάπιασα βιβλίο του, διάβαζα όμως που και που συνεντεύξεις του και παρατηρούσα την άνθηση της δημοσιότητάς του. Τον διάβαζαν πολλοί πια κι ας λένε κάποιοι ότι «αυτά τα θέματα», εννοώντας τον εμφύλιο και το ’40, «έχουν κουράσει τον κόσμο».
Ο Πετσετίδης γράφει γι’ αυτά τα «θέματα» κι ίσως αυτό να φέρνει αμηχανία στο μονίμως ανιστόρητο και αενάως αυτολογοκρινόμενο «μεγάλο αναγνωστικό κοινό». Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης που το «μεγάλο κοινό» αρχικά διάβαζε ό,τι του έλεγε το κόμμα και μετά ό,τι του έλεγε η τηλεόραση, ο Πετσετίδης ήταν «περιθωριακός» ακριβώς επειδή παίρνει πολύ σοβαρά όλα τα λογοτεχνικά ζητήματα, από το θέμα του, ως τη γλώσσα που χρησιμοποιεί. Και φυσικά δεν γράφει τις ιστορίες του γιατί τον έπιασε καμιά μανία εντομολόγου με τη δεκαετία του ’40, όσο γιατί κάτι βλέπει εκεί, κάτι που αξίζει να ειπωθεί, να καταγραφεί σήμερα.
Κατά τη γνώμη μου ο Δημήτρης Πετσετίδης πιστεύει ότι υπάρχει ιστορία ακόμα και σε ‘κείνο το ταπεινό λιθάρι που θα το διαολοστείλουμε αν εμποδίσει την έλευση του καινούργιου μας τετράτροχου. Ότι υπάρχει ιστορία σε κάθε σταγόνα βροχής, όσο τουλάχιστον σε τούτον τον τόπο το νερό θα κάνει τον κύκλο του από τις λίμνες και τα ποτάμια, στα σύννεφα και πάλι πίσω στα δάκρυα των γυναικών.

Στο μεταξύ πάντως είχα κάνει μια δύο κουβέντες για τον συγγραφέα με ένα φίλο, τον Δημήτρη, που μου έχει ξαναπεί μερικές ιστορίες για την Λακωνία, είχα ακούσει ότι στα νέα του βιβλία είχε αλλάξει ύφος, κι έτυχε να διαβάσω και τη μελέτη του Τάσου Κωστόπουλου «Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη» (εκδόσεις Φιλίστωρ) που εξηγεί πολλά για το μένος των εμφυλιακών συγκρούσεων στην Πελοπόννησο, όπου εμφανίστηκε έντονα το φαινόμενο της ένοπλης συνεργασίας ντόπιων με τους κατακτητές με κοινό στόχο τους κομμουνιστές αντάρτες του ΕΛΑΣ.
Το βιβλίο του που ξανάπιασα είναι το «Λυσσασμένες αλεπούδες» που κυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση από τον Κέδρο το 2008. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες γραμματολογικές, που αφθονούν άλλωστε στον Τύπο από έγκριτους κριτικούς. Ο Πετσετίδης γράφει για μία ακόμα φορά μικρά διηγήματα για τη δεκαετία του ’40 ή με εκκίνηση εκείνη την περίοδο και κορυφώνει, αυτό που έχει μάθει να κάνει καλά, να γράφει αληθινά πράγματα για αληθινούς ανθρώπους. Προσθέτει δε και μια μετατόπιση, τουλάχιστον σε όσα εγώ έχω διαβάσει: παρουσιάζει τις ιστορίες και μέσα από ένα πολλαπλό βλέμμα, μέσα από διαφορετικές εκδοχές. Πώς πας στο κουρείο, λέει ένας μια ιστορία, προσθέτει ο άλλος μια άλλη εκδοχή, κι ένας άλλος μια τρίτη και το αποτέλεσμα είναι να στέκουν όλες οι εκδοχές, αλλά για τον προσεκτικό ακροατή, η αλήθεια να αναδύεται. Κι αυτό έχει μεγάλη σημασία: Ναι, η οπτική με το χρόνο αλλάζει, οι απόψεις αλλάζουν, οι άνθρωποι αλλάζουν. Αλλά πάντα υπάρχει κάτι αληθινό, πάντα υπάρχει μια ψίχα ψωμί για τον πεινασμένο που την αναζητά.
Στις Λυσσασμένες αλεπούδες, υπάρχει χιούμορ, σχεδόν σουρεαλιστικές καταστάσεις, κινηματογραφημένες εικόνες, περιπέτεια και παραλίγο περιπέτεια, μικρά ανθρώπινα δράματα και μεγάλες πολιτικές υποθέσεις στο παρασκήνιο, υπάρχουν σημάδια και συμπεράσματα. Μια χαρά δηλαδή για μια συλλογή διηγημάτων. Διαβάστε τον οπωσδήποτε και όλα του τα βιβλία μαζί.

Ο Δημήτρης Πετσετίδης γεννήθηκε το 1940 στην Σπάρτη. Έχει κυκλοφορήσει τα βιβλία: Δώδεκα στο δίφραγκο (Το Δένδρο 1986, Νεφέλη 2000), Το παιχνίδι (Νεφέλη 1991), Επίλογος στα χιόνια (Νεφέλη 1993), Ο Σαμπατές ζει (Νεφέλη 1998), Τροπικός του λέοντος (Νεφέλη 2001), Σε ξένο γήπεδο (Πατάκης 2003), Λυσσασμένες αλεπούδες (Κέδρος 2007).
Έχει και μία πολύ καλή ιστοσελίδα στη διεύθυνση www.petsetidis.gr

Τετάρτη 22 Απριλίου 2009

Λευκός Πύργος: Μια εξαιρετική έκθεση για τη Θεσσαλονίκη

Η θέα προς την ιστορική παραλία της Θεσσαλονίκης είναι εντυπωσιακή


Στον Λευκό Πύργο δεν είχα πάει ούτε όταν ήμουν φοιτητής στη Θεσσαλονίκη το ’90 ούτε αργότερα. Αλλάζουν όμως οι ανάγκες σου όταν μεγαλώνεις, κάνεις παιδιά που θέλουν να δουν τα πάντα, αποζητάς ίσως κι ο ίδιος μια μεγαλύτερη συνάφεια με τον κοινό τρόπο ζωής.
Κι ο Λευκός Πύργος είναι το κατεξοχήν παράδειγμα εμβληματικού μνημείου για μια πόλη, που έχει αξία ακριβώς γιατί υπάρχει.
Πήγαμε τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί, με κύριο στόχο βέβαια να ανεβούμε στην ταράτσα και να δούμε τη θέα, να κάνουμε δηλαδή αυτό που επιθυμούμε κάθε φορά που βλέπουμε το μνημείο σε κάποια καρτ ποστάλ, φωτογραφία σε εφημερίδα ή γενικό πλάνο που συνοδεύει ειδήσεις για τη Θεσσαλονίκη.
Αξίζει βέβαια το να ανέβεις τα σκαλιά ως πάνω, η θέα είναι εντυπωσιακή. Αυτό που άλλαξε όμως είναι ότι ο Λευκός Πύργος φιλοξενεί τους τελευταίους μήνες και μια έκθεση για την ιστορία της πόλης. Λειτουργεί δηλαδή σαν ένα μικρό μουσείο πόλης. Και πιστέψτε με, η έκθεση είναι καταπληκτική.


Πρόκειται στην ουσία για μια παρουσίαση της ιστορίας της Θεσσαλονίκης μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών, εικόνων και ήχων. Η υψηλή αισθητική όμως, η ορθή χρήση της τεχνολογίας και της καινοτομίας, η επαρκής μουσειολογική μελέτη, η εξυπνάδα και η πολλή δουλειά, όλα εκείνα τέλος πάντων τα στοιχεία που συνθέτουν μια ολοκληρωμένη επιστημονική πρόταση, δίνουν στη συγκεκριμένη περίπτωση την αίσθηση ότι μέσα σε λίγα λεπτά, έχεις μια γεύση για το ποια είναι η Θεσσαλονίκη. Μπορείς να φύγεις από το χώρο με μια συνολική εμπειρία αλλά και με πολλά ερωτήματα που μπορούν να σε οδηγήσουν στα άλλα μνημεία της πόλης, στα ίχνη της πραγματικής της ιστορίας.
Η έκθεση, οργανώθηκε από το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, με στόχο όπως σημειώνεται σχετικά (εδώ): «να κεντρίσει το ενδιαφέρον των επισκεπτών να γνωρίσουν καλύτερα την πόλη, τα μνημεία και τα θεματικά μουσεία της. Πρόθεση της έκθεσης δεν είναι να ‘μουσειοποιήσει’ την πόλη, αλλά να τη ‘συστήσει’ στους επισκέπτες και ακόμη περισσότερο στους κατοίκους της, στοχεύοντας στη δημιουργία μιας νέας ουσιαστικής σχέσης με την πόλη».
Στο πλαίσιο της έκθεσης λειτουργεί και η ιστοσελίδα www.lpth.org που παρουσιάζει αντίστοιχο υλικό και η οποία νομίζω ότι είναι μια καλή ευκαιρία εισαγωγής για τον επισκέπτη που ακόμα δεν έχει πάει ως την παραλία της Θεσσαλονίκης.
Η έκθεση είναι κατάλληλη για παιδιά και ιδανική για μαθητές. Για όλους εμάς τους υπόλοιπους «μεγάλους» λειτουργεί και σαν παράδειγμα για το πώς θα θέλαμε να είναι τα μουσεία των πόλεών μας. Μουσεία πόλης στην ουσία δεν υπάρχουν στις ελληνικές πόλεις. Στις καλύτερες των περιπτώσεων όπως για παράδειγμα σε μια ιστορική πόλη σαν τα Γιάννενα, ένας χώρος, όπως το Ασλάν Τζαμί, έχει επιλεγεί (συχνά για συγκυριακούς λόγους) και φιλοξενεί μικρούς θησαυρούς από την ιστορία της πόλης, η αποκρυπτογράφηση των οποίων όμως για το ευρύ κοινό αποτελεί συχνά ένα αδιέξοδο. Στα Γιάννενα για να επιμείνουμε στο παράδειγμα, οι τουρίστες έρχονται να δουν κάτι από Αλή Πασά και στις περισσότερες των περιπτώσεων φεύγουν χωρίς να μάθουν ποτέ για τη ρωμανιώτικη κοινότητα των Γιαννιωτοεβραίων ή για τα σπουδαία σχολεία της πόλης και τη δική της θέση στον νεοελληνικό διαφωτισμό.
Ανάλογα στη Θεσσαλονίκη, μετά το ’80 και με την κυριαρχία συντηρητικών και εθνικιστικών αντιλήψεων, η πόλη ταυτιζόταν είτε με τον Μέγα Αλέξανδρο είτε με το βυζαντινό και μόνο παρελθόν της.
Ο καιρός πάντως πέρασε, η επιστήμη προχωράει, βοηθάνε και τα ευρωπαϊκά κονδύλια στη δημιουργία κυρίως υποδομών, ε, βαριούνται κι οι άνθρωποι τα «ζήτω» και τα τις… σάριζες, και το αποτέλεσμα είναι εκθέσεις σαν αυτή στο Λευκό Πύργο.
Ο ίδιος ο Λευκός Πύργος βέβαια δεν είναι σπουδαίο μνημείο, εκτός αν αρέσει σε κάποιους (όπως σε εμάς) η ιστορία των φυλακών. Ο χώρος ήταν είτε φρούριο είτε φυλακή στη μακρόχρονη διαδρομή του από τον 15ο αιώνα και φαίνεται στη διαρρύθμισή του. Μετά τα μέσα του ’80 που αναστηλώνεται και αρχίζει να φιλοξενεί εκθέσεις για την πόλη, γίνεται και επισκέψιμο μνημείο, πέρα από φόντο για φωτογραφίες.
Ανεβαίνοντας κυκλικά τις σκάλες, μπαίνεις σε κάθε όροφο χωριστά και εισάγεσαι σιγά σιγά στην πολυπρισματική ιστορία αυτής της κοσμοπολίτισσας πόλης, από τα αρχαία χρόνια ως τα πρόσφατα του 20ου αιώνα. Μέσα στα δαιδαλώδη δωματιάκια γύρω από την κεντρική αίθουσα, αναπτύσσονται ειδικότερες θεματικές, από

το εμπόριο και τη λογοτεχνία ως τον τοπικό Τύπο και τις εργατικές κινητοποιήσεις του μεσοπολέμου με πλήθος από φωτογραφίες και πληροφορίες. Η πιο εντυπωσιακή σύνθεση είναι αυτή για τους πρόσφυγες το ’22 που συνοδεύεται κι από ηχητικά ντοκουμέντα με μαρτυρίες, καθώς και η ιστορία των μνημείων που φαίνονται και σήμερα, ενώ πρωτότυπη είναι και η παρουσίαση των γεύσεων της πόλης (στην ιστοσελίδα έχει και πολλές συνταγές).
Η αισθητική της παρουσίασης, αλλά και το εύρος των πληροφοριών που χώρεσαν σε τόσο μικρό χώρο, προσφέρει εν τέλει στον επισκέπτη μια συνολική επόπτευση στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, σε βαθμό που θα λέγαμε ότι τον ξεμαθαίνει από στερεότυπα και προκαταλήψεις για τον τόπο αυτό. Κι έτσι ξανανιωμένοι όλοι, φτάνουμε ως την ταράτσα και βλέπουμε τη θέα. Τι καλύτερο για φινάλε…
Μακάρι να είχαμε σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, τέτοιες μικρές εκθέσεις για την ιστορία τους- οι τοπικοί άρχοντες ανά την Ελλάδα, αντί να βγάζουν κάθε τόσο ψηφίσματα για την ελληνικότητα της περιοχής τους ας πάνε ως τον Λευκό Πύργο να δούνε πώς μπορούν να φτιάξουν ανάλογες υποδομές στην πόλη τους. Και το γεγονός ότι η Θεσσαλονίκη, δείχνει κι ένα άλλο πρόσωπο πέρα από αυτό των συλλαλητηρίων και των διώξεων βιβλίων, είναι παρήγορο για όλους όσοι την αγαπάμε.

ΥΓ Η επιθυμία να φτάσεις ως πάνω και το ξάφνιασμα από την πρωτοτυπία της έκθεσης, δεν σου επιτρέπουν και την ενδελεχή μελέτη της. Μάλλον χρειάζεται και μια δεύτερη επίσκεψη.
Πρέπει να κάνω όμως μια παρατήρηση. Στο τμήμα για τον διωγμό των Εβραίων της πόλης από τους Ναζί, γεγονός με παγκόσμια απήχηση, (και κατά τη γνώμη μας άξιο για μεγαλύτερη και κεντρικότερη αναφορά στην έκθεση) υπάρχει μια φωτογραφία που την έχω δει σε αναφορές για τον διωγμό στα Γιάννενα (αυτήν με τον ηλικιωμένο με μια κουβέρτα στην πλάτη του στο κέντρο κάτω). Η φωτογραφία ανήκει σε μια ευρύτερη σειρά από το ολοκαύτωμα των Ιωαννίνων και προέρχεται από τα Γερμανικά Αρχεία. Τις έχει εντοπίσει η Συναγωγή Kehila Kedosha Jannina της Νέας Υόρκης, η οποία έχει κάνει μια πολύ σοβαρή δουλειά για το διωγμό των Γιαννιωτοεβραίων. Τις είδαμε στην ιστοσελίδα της www.kkjsm.org όπου περιέχονται τόσο οι φωτογραφίες όσο και ολόκληρη η έρευνα για την εβραϊκή κοινότητα των Ιωαννίνων. Μέρος αυτών των φωτογραφιών δημοσιεύτηκαν σε δύο αφιερώματα στην εφημερίδα των Ιωαννίνων Ηπειρωτικός Αγών στις 28 Ιουλίου 2005 και στις 25 Μαρτίου 2006. Το ιστορικό τους, που λύνει και τις όποιες παρεξηγήσεις με παλιότερες δημοσιεύσεις, το αναφέρει και ο Christoph U. Schmink- Gustavus στο πρόσφατο βιβλίο του Μνήμες Κατοχής ΙΙ (εκδόσεις Ισνάφι, σελίδα 185). Νομίζω ότι είναι μια ευκαιρία για μια τεκμηρίωση της φωτογραφίας και η διαδραστικότητα της έκθεσης επιτρέπει έναν τέτοιον διάλογο.



Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Σύλλογος Ερασιτεχνικής Αστρονομίας στα Γιάννενα

Τι κρίμα που το χάσαμε. Πριν από δύο Σάββατα έγινε στο συνεδριακό κέντρο του πανεπιστημίου με μεγάλη επιτυχία η ημερίδα «Διαστημική Εξερεύνηση και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση». Από το απόγευμα είχε συννεφιά και έβρεχε αν θυμάστε μέχρι κάποια ώρα οπότε με το γιο μου αποφασίσαμε να πάμε σινεμά (είδαμε πάντως Τέρατα και Εξωγήινους για να είμαστε στο… κλίμα). Χάσαμε όμως έτσι την αστρονομική παρατήρηση που έγινε με μεγάλη συμμετοχή μετά τις 9 όταν άνοιξε ο ουρανός, με έξι τηλεσκόπια των ερασιτεχνών αστρονόμων των Ιωαννίνων. Όλα αυτά τα καλά τα μάθαμε από τον kossak και τον ευχαριστούμε (και για το υλικό που μας έστειλε). Τώρα μαθαίνουμε ότι εκείνη η συνάντηση έγινε αφορμή ώστε να ιδρυθεί κι ένας Σύλλογος Ερασιτεχνικής Αστρονομίας Ιωαννίνων. Θα βρείτε όλες τις πληροφορίες είτε στον kossak (με πολλές φωτογραφίες από την ημερίδα) είτε στον ιστοχώρο του ίδιου του συλλόγου http://ioanninastronomy.blogspot.com/.
Ετοιμάζεται ήδη δε κι η επόμενη παρατήρηση με τηλεσκόπια με ελεύθερη συμμετοχή του κοινού, την Κυριακή 3 Μαΐου στις 9 το βράδυ στην κεντρική πλατεία.
Με το καλό και τι άλλο να πούμε… Χαιρόμαστε που αυτή η πόλη έχει τόσα πολλά παιδιά που μετράνε ακόμα τα άστρα. Θα είμαστε εκεί αυτή τη φορά.