Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ο συμβολισμός της ανοιχτής Κυριακής

Οι Ανοιχτές Κυριακές, θα γίνουν κάποτε το εθνικό μας μνημείο για την κουτοπονηριά των μνημονίων. Κανένα ζήτημα δεν υπάρχει στην αγορά με την κυριακάτικη αργία. Όλοι ξέρουν ότι η δουλειά δεν αυξάνει την Κυριακή. Κι όπου υπήρχε ανάγκη για ανοιχτά καταστήματα, άνοιγαν και πριν από το μνημόνιο. Και η τουριστική αγορά δούλευε και αν ήθελες να φας ένα γλυκό ή να πάρεις δύο λουλούδια, έβρισκες. Κι αν όντως υπήρχε κάποιο θεσμικό πρόβλημα μπορούσε να λυθεί και χωρίς το ΔΝΤ.
Ποια ήταν η διαφορά πριν; Ότι και ο νόμος, αλλά και το κοινωνικό κλίμα, το πλαίσιο, προστάτευε την εργασία. Όποιος δούλευε την Κυριακή πληρωνόταν καλά, όπως προβλεπόταν. Σε πολλές δουλειές με βάρδιες, οι εργαζόμενοι επιδίωκαν το κυριακάτικο ωράριο. Αλλά και μέχρι λίγα χρόνια, εργοδότης που δεν πλήρωνε ή χρησιμοποιούσε τις τεχνικές της μαύρης εργασίας δεν είχε καλή φήμη, έχανε το κύρος του.

Η θέσπιση με νόμο των ανοιχτών Κυριακών ήρθε ως κερασάκι στην τούρτα στη διάλυση των παλιών εργασιακών σχέσεων και κυρίως τη διάλυση των συλλογικών συμβάσεων. Η διάλυση του πλαισίου δικαιωμάτων της εργασίας και η μείωση του περίφημου μισθολογικού κόστους ήταν στο επίκεντρο των δύο πρώτων μνημονίων και επέφερε τεράστιες αλλαγές στην εργασία. Το άνοιγμα της Κυριακής δε, έστειλε το μήνυμα ότι θα δουλεύει ο εργαζόμενος επτά ημέρες συνέχεια και θα παίρνει ένα κάτι τις. Ποιος άλλωστε ελέγχει τι γίνεται πια στην αγορά; Οι ανοιχτές Κυριακές είναι ένα σύμβολο, ένα μήνυμα για χειραγώγηση της εργασίας.
Όλη αυτή η κατάσταση στην αγορά, θα έχει ίσως, κάποτε, κάποια «θετική» πλευρά; Θα δικαιωθούν κάποτε τα μνημόνια; Ίσως. Οι ευρείες ιδιωτικοποιήσεις του παραγωγικού κεφαλαίου της χώρας, με αυτό το εργασιακό πλαίσιο, μπορεί να δώσουν όντως μια άλλη εικόνα σε πέντε, δέκα χρόνια. Με μισθούς στα 500 ευρώ και με επτά ημέρες δουλειά, όντως φτιάχνεις οικονομία. Όχι βέβαια παραγωγική ούτε αναπτυξιακή. Φτιάχνεις όμως μια οικονομία – παρία, που θα λειτουργεί στο περιθώριο των ισχυρών οικονομιών της Ευρώπης. Των ίδιων ισχυρών που αυτό ονειρεύονται κατά πώς φαίνεται για την Ελλάδα αν κρίνουμε από τα μέτρα που προτείνουν κάθε χρόνο για την Ελλάδα.

Από την Ελευθερία στις 4 Μαΐου 2017

Δεν γελάσαμε, Γέρουν

Το 1998 ο Παντελής Βούλγαρης έφτιαξε μία από τις σημαντικότερες ταινίες των πρόσφατων χρόνων, το Όλα είναι Δρόμος. Στην τρίτη ιστορία του, μεγαλέμπορος επίπλων (με τον εξαιρετικό Γιώργο Αρμένη), σπάει τα πάντα στο ξενυχτάδικο «Βιετνάμ» και στο τέλος πληρώνει και να το κάψουν τελείως, μέσα στην πίκρα του για τον χωρισμό του. Και οι άλλες δύο ιστορίες ανδρών, δείχνουν τη μοναξιά, την απομόνωση και τα αδιέξοδα του προσωπικού βίου μέσα στον όλο και πιο ανοίκειο συλλογικό βίο αυτής της χώρας.

Υπάρχουν όμως και άλλες προσεγγίσεις στη ζωή του τόπου μας. Υπάρχουν ταινίες (όπως του Κ. Γιάνναρη) ή βιβλία (όπως της Ι. Καρυστιάνη) που δείχνουν κι άλλες σκοτεινές πτυχές της κοινωνίας μας. Και υπάρχουν βέβαια και οι ευτράπελες ας τις πούμε, ιστορίες (ας δούμε και τις σχετικές ταινίες του Γκορίτσα), όπως οι επιδοτήσεις και οι αρπαχτές που κάηκαν σε στριπτιζάδικα και μαγαζιά της νύχτας, χωρίς καημούς, αλλά με επίδειξη αλαζονείας και κυνισμού από τους νεόπλουτους Έλληνες. Και πίσω από αυτές τις ιστορίες κρύβονται δράματα και η ανείπωτη βία κατά των θυμάτων του τράφικινγκ ή η εκμετάλλευση μεταναστών σε εργασιακά κάτεργα (γιατί κάπως παρήχθη κι αυτός ο πλούτος εν τέλει, που σπαταλήθηκε στο life style).

Ναι, για όλα αυτά συζητάμε πολύ στην Ελλάδα και μέσω της τέχνης και στις καθημερινές μας κουβέντες. Συζητάμε πολύ, αλλά αλλάζουμε αργά.
Ξέρουμε όμως ότι οι ανισότητες υπήρχαν και πριν από την κρίση. Υπήρχαν πολλοί Έλληνες που ήταν έξω από τα «κόλπα» με τα λεφτά. Και μετά την κρίση είναι πολλοί αυτοί που την πληρώνουν χωρίς να φταίνε σε τίποτα.
Αυτά ίσως να μην τα ξέρει ο πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ, ο οποίος έχει πολλούς οπαδούς και στην ελληνική πολιτική σκηνή και κόμματα. Πιθανόν να μην έχει ακούσει και τίποτα για τα τεράστια κυκλώματα πορνείας στην Ευρώπη, τον σεξοτουρισμό Βορειοευρωπαίων στην Ασία ή την εκμετάλλευση μεταναστών ή το εμπόριο ναρκωτικών. Πιθανά να του διαφεύγει αυτή η σκοτεινή Ευρώπη. Βολεμένος όπως είναι βλέπει μόνο «τα ποτά και τις γυναίκες» στο Νότο. Χωρίς αποχρώσεις, χωρίς μελέτες, με παντελή έλλειψη κοινωνικής ευαισθησίας.

Κάτι ψέλλισε για τη λύπη του και την κοσμοθεωρία του που δεν την καταλαβαίνουν άλλοι. Όταν όμως κυβερνάς την Ευρώπη με το μαστίγιο των μνημονίων, τουλάχιστον πρέπει να επιδεικνύεις σοβαρότητα και διάθεση επικοινωνίας με τον απέναντι. Αυτό όμως είναι το μοντέλο των ηγετών της Ευρώπης σήμερα (έστω κι αν καταποντίζονται στις εκλογές). Μονά ζυγά δικά τους. Κι ο κυνισμός τους, ιδεολογία και πολιτική έκφραση.
Και δεν έχει καθόλου πλάκα να ανταπαντάς με χιούμορ σε κάτι τέτοια. Γιατί αν είχαν χιούμορ και αίσθηση των αντιφάσεων της ζωής, δεν θα ήταν στις καρέκλες που είναι σήμερα. 

Από την Ελευθερία 23 Μαρτίου 2017


Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Γέμισε ασυμβίβαστους αυτή η χώρα

Πολλοί ασκώντας κριτική στην κυβέρνηση, την κατηγορούν ότι συμβιβάστηκε με την τρόικα και τους δανειστές της χώρας. Το λένε πολλά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ που αποχώρησαν πέρυσι το καλοκαίρι, το λένε και άλλοι που δεν είχαν καν ψηφίσει το κόμμα του Αλ. Τσίπρα το 2015. Από την κυβέρνηση πάλι, αποφεύγουν να μιλάνε για τον «συμβιβασμό» και δίνουν βάρος στη «διαπραγμάτευση».
Υπάρχουν πολλά με τα οποία μπορείς να ασκήσεις κριτική στην κυβέρνηση. Πρώτα από όλα, ότι έκανε άλλα από όσα είχε πει προεκλογικά. Βέβαια, η άσκηση εθνικής πολιτικής προϋποθέτει από μία κυβέρνηση να δρα στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος και όχι… στο όνομα του προεκλογικού της προγράμματος. Ό,τι ισχύει περί αυτού για προηγούμενες κυβερνήσεις, ισχύει και για την κυβέρνηση Τσίπρα.
Μια ακόμα πιο σοβαρή κατηγορία, είναι ότι υιοθέτησε μία ατζέντα κυβερνητικής πολιτικής που άνετα θα τη χαρακτήριζαν ακόμα και οι ίδιοι οι κυβερνώντες, «νεοφιλελεύθερη» για να χρησιμοποιήσουμε μια γνωστή, αριστερή λέξη. Η κυβέρνηση Τσίπρα κάνει πολλά από όσα έκαναν και οι προηγούμενοι και ανήκουν σαφώς στο πρόγραμμα των αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως αυτό είναι πολιτικό θέμα και τα πολιτικά θέματα λύνονται στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, με τις εκλογές. Θα κριθεί κι αυτό, μετά τις εκλογές του 2015, στις ερχόμενες εκλογές.
Αφήνοντας στην άκρη για άλλη φορά, άλλες κατηγορίες (ερασιτεχνισμός, άγνοια θεμάτων διαχείρισης κλπ), καταλήγουμε πάλι στον «συμβιβασμό» της κυβέρνησης. Είναι άραγε τόσο κακό να συμβιβάζεσαι; Ζουν αλήθεια γύρω μας τόσοι πολλοί ασυμβίβαστοι ώστε μόνο η κυβέρνηση να ενοχλεί; Ή μήπως αντίθετα, αυτή η κυβέρνηση αντικατοπτρίζει ευρύτερες στάσεις ζωής και ίσως κι ένα κλασσικό ελληνικό φαινόμενο στο οποίο πολλές φωνές υψώνονται, αλλά πίσω στην πραγματική ζωή και συχνά υπό σιωπή, αναπαράγονται τα παλιότερα πρότυπα. Και στη συλλογική και στην προσωπική ζωή.
Και κάτι ακόμα: Υπάρχει άραγε ατομικός βίος χωρίς συμβιβασμούς; Υπάρχει μέρα στην καθημερινότητα όλων μας, που να μην έρχεσαι μπροστά σε διλήμματα και υποχρεώσεις; Κάπως έτσι είναι κι αυτή η κυβέρνηση. Για την οποία όσοι επιμένουν να ηθικολογούν νομίζοντας ότι την υπονομεύουν, μάλλον οδηγούνται να μην βλέπουν και πόσα άλλα πολλά προβλήματα έχει στην άσκηση διακυβέρνησης.

Από την Ελευθερία 7 Απριλίου 2017

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Ακόμα δεν χωράμε πουθενά

Να πούμε και μια μπαλάντα μαζί, είπε ο Γιάννης Αγγελάκας, το Σάββατο το βράδυ στα Γιάννενα σε ένα θερμό κοινό που δεν σταμάτησε να του φωνάζει ότι «είναι ωραία στον παράδεισο». Και είπαν την «ταξιδιάρα ψυχή»,  ή καλύτερα την είπε μόνος του ο κόσμος. Κι έτσι λύθηκε και το πρόβλημα με τις Τρύπες στις συναυλίες του.

Όταν έκανε την αλλαγή στο ύφος του και στις νέες του διαδρομές στη μουσική ο Αγγελάκας κι άφησε πίσω του το σπουδαίο συγκρότημα, πολλά νέα παιδιά του ζητούσαν επίμονα στις συναυλίες να παίξει «κάτι από το Τρύπες». Πέρασε ο καιρός, έγραψε κι έπαιξε πολλά νέα τραγούδια και μουσικές που τα ξέρουν νεράκι πια οι φίλοι του, και τώρα μπορούν μαζί να πουν όντως και μερικά παλιά τραγούδια.

Κι έχει ενδιαφέρον που ακόμα και σήμερα μπορεί να δονήσει  μια αίθουσα μια «ταξιδιάρα ψυχή» που αλλού έμοιαζε να ταξιδεύει το ’80 κι αλλού σήμερα, αλλά φαίνεται να συναντά πάντα το ίδιο ερώτημα: Πού χωράνε όλα αυτά τα παιδιά, πού χωράμε όλοι μας σε τούτον τον άξενο κόσμο;

Ο Γιάννης Αγγελάκας είναι η φωνή παραπάνω από μιας γενιάς νέων, ανθρώπων που μεγαλώνουν μαζί του και συμβιώνουν πια στην ίδια αίθουσα, εμείς οι παλιότεροι πίσω πίσω, οι πολύ νεότεροι μπροστά με σηκωμένες τις γροθιές. Κι οι μουσικές του βρίσκουν διαρκώς τους δρόμους να περνάνε μέσα από τα ποτάμια όλων μας.

Κι αν γίνονται στις μέρες μας πιο «σκληρές» και πιο «δυνατές» είναι προφανώς γιατί μας φαίνεται πολύ πιο σκληρός κι ο κόσμος όταν κλείνουν τα φώτα και βγαίνουμε έξω στο κρύο. 

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Ερώτημα και απάντηση μόνον ο άνθρωπος- Για την παράσταση «Επτά επί Θήβας» του ΚΘΒΕ


Με ένα πολύ δυνατό χειροκρότημα που κράτησε για αρκετά λεπτά, υποδέχθηκε το γιαννιώτικο κοινό την παράσταση «Επτά επί Θήβας» που έφερε στο ανοιχτό θέατρο της ΕΗΜ το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας. Επιβράβευσε έτσι, τη δουλειά όλων αυτών των ανθρώπων που ανέλαβαν να παρουσιάσουν αυτό το μάλλον δύστροπο κείμενο στο οποίο τα περισσότερα εννοούνται και περιγράφονται χωρίς να είναι παρόντα στη σκηνή. 
Το θεατρόφιλο κοινό που επιμένει κάθε χρόνο να παρακολουθεί αρχαίο δράμα, γίνεται πλέον ένας παράγοντας κι αυτός της παράστασης κατά κάποιον τρόπο. 
Οι αρχαίες τραγωδίες παίζονται συνέχεια στη χώρα μας, αποτελούν σχολικά αναγνώσματα, είναι σημεία αναφοράς στην πολιτική και κοινωνική συγκυρία, ταυτίζονται με το καλλιτεχνικό μας καλοκαίρι στα ανοιχτά θέατρα ανά την επικράτεια. Υπό κάποια έννοια, είναι αδύνατον να ανεβάσεις πια μία παράσταση αρχαίου δράματος χωρίς να λαμβάνεις υπόψη το κοινό. Το πώς θα το μετρήσεις και πώς θα σε επηρεάσει είναι άλλη ιστορία. 
Ο σκηνοθέτης Τσέζαρις Γκραουζίνις στην προκειμένη περίπτωση καταφέρνει να παρουσιάσει μία ολοκληρωμένη παράσταση με ευδιάκριτες τις αναγνώσεις του στο κείμενο του Αισχύλου και μία συντεταγμένη και μελετημένη προσπάθεια συνομιλίας με το κοινό, που βρίσκει το δρόμο της. Ας μην ξεχνάμε, ότι μιλάμε για θέατρο, για μία ζώσα τέχνη του σήμερα και όχι με μία φιλολογική ανάγνωση ενός αρχαίου τεκμηρίου ή μία έρευνα πάνω σε ένα κείμενο. Πολλοί θεατές το ξεχνάνε αυτό.
Ως θεατρική παράσταση συνεπώς οι «Επτά επί Θήβας» του ΚΘΒΕ είναι ένα καλό παράδειγμα για το πώς μπορεί να παρουσιαστεί σήμερα η τραγωδία του Αισχύλου και έχει τη δυνατότητα να το κάνει αυτό για το ευρύ κοινό, ακόμα και για τους μη Έλληνες. Τα σημάδια της είναι ευδιάκριτα για κάθε θεατή, ανεξάρτητα γλώσσας, ιδεολογίας ή πολιτικών αντιλήψεων σήμερα. 

Συναντήσεις
Σε τρία σημεία της παράστασης, που συνοδεύονται κι από μερικές έξοχες σκηνές, διακρίνονται τα ανοίγματα της παράστασης που επιτρέπουν στον τραγικό λόγο να συναντήσει και τον θεατή στις κερκίδες.
Αρχικά, οι γυναίκες, μαθημένες μέσα στο χρόνο να συλλαμβάνουν τα μηνύματα που στέλνει η βία πριν ξεσπάσει, είναι ανήσυχες και φοβισμένες για την επιθετικότητα του στρατού που πολιορκεί τα τείχη. Αγριεμένες, με τραχιά φωνή, με αγκυλωμένα σώματα που αναζητούν διαφυγές, οριοθετούν τον κύκλο. Ο θάνατος είναι εδώ… Σιγά σιγά περνάνε στο θρήνο, στο μοιρολόγημα του αναπόφευκτου που είναι η μοίρα τους, θύματα του πολέμου και της εξουσίας που δεν υπολογίζει τις ζωές κανενός στο δρόμο για την ισχύ και την κυριαρχία.
Ο βασιλιάς στη συνέχεια, φοβάται και ο ίδιος μαθαίνοντας ότι οι επτά πύλες της πόλης του καταλαμβάνονται από πανίσχυρους εχθρούς. Πιάνεται από ό,τι μπορεί, βγάζει μπροστά τους δικούς του, ξεθάβει τα παλιά όπλα. Δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτήν τη μοιραία σύγκρουση. Τι γελοίος όμως είναι ο πόλεμος;  Πόσο κωμικός γίνεται ο άνθρωπος που ντύνεται με πανοπλίες και ασπίδες και πάει να πολεμήσει… Ποιον να πολεμήσει; Ποιον να νικήσει; Χάσει, νικήσει, η μοίρα του δεν είναι ο θάνατος, κάποια στιγμή, «δύο μέτρα γης, στενής»; Κι όμως,  το αίτημα της ζωής ποτέ δεν υποχωρεί. Οι άνθρωποι θα βυθιστούν βαθιά στην πρωταρχική τους ύλη, στην εκκίνηση των πάντων, την ανάγκη να επιβιώσουν πάση θυσία. Η βακχική τους μύηση στο πρωτόγονο, οι ήχοι αρχέγονων καλεσμάτων, ο χτύπος του σώματος που πάλλεται. Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει όσο σκοτεινός χωράει για να κερδίσει ένα λεπτό ακόμα ζωής.
Ο βασιλιάς Ετεοκλής, σαν έμβρυο που ξυπνάει, σαν άνθρωπος που επαναλαμβάνει τη γέννα του ξανά και ξανά, σηκώνεται να αντιμετωπίσει τη μοίρα του. Αλλά τώρα, δεν αρκεί απλώς να πολεμήσει τον εχθρό μαζί με τον λαό του που είναι κι αυτός έτοιμος πια να σταθεί πλάι του όπως μπορεί. Τώρα, στη μία πύλη στέκεται ο αδερφός του. Τον αδερφό του πρέπει να σκοτώσει αν θέλει να ζήσει ο ίδιος. 
Τον εαυτό του πρέπει να σκοτώσει. Πώς αλλιώς; Αυτή δεν είναι η κατάρα του Οιδίποδα που κληρονόμοι του είμαστε όλοι κι όχι μόνοι οι δύο διάδοχοί του; Από τη σκοτεινή μήτρα γεννημένοι για τα πάντα και για το τίποτα. Γεννιόμαστε για να αρχίσουμε το δρόμο προς το θάνατο. Και σε κάθε μας βήμα η ερώτηση και η απάντηση είναι πάντα ο άνθρωπος. 
Τα δύο αδέρφια θα μονομαχήσουν πάνω στη σκηνή, χωρίς κείμενο, εκτός κειμένου, δεν έχουν σημασία πια οι λέξεις, τα σώματα μόνο, που στο τέλος θα απομείνουν όρθια, στα δύο τους πόδια το καθένα, αλλά χωρίς ζωή. Το σώμα μας είναι η πιο χειροπιαστή απόδειξή μας ότι ζούμε, ότι υπάρχουμε και υπήρξαμε. Γι’ αυτό και οι νικητές, πάντα φροντίζουν να οριοθετούν το σώμα, να ορίζουν ακόμα και τις συνθήκες της ταφής του. Ο κήρυκας, βέβαιος πια ότι τη γλύτωσε, ότι τον κέρδισε τον θάνατο μαζί με το λαό του, θα επιβάλλει την ταφή μόνο για τον Ετεοκλή ενώ  ο προδότης Πολυνείκης θα πρέπει να μείνει άταφος. Η πόλη διχάζεται. Το παιχνίδι ξεκινάει από την αρχή. Όλα από την αρχή, σαν μην έμαθε τίποτα ποτέ κανένας, σαν μην κατάλαβε τι έγινε κανείς σε αυτήν την πόλη. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι θα ζουν αιώνια σαν τους θεούς τους. Τώρα οι θεοί είναι δικοί μας, με το μέρος μας. Μόνο η Αντιγόνη μιλάει παράταιρα, και μνημονεύει ακόμα την υποχρέωση να σεβόμαστε το σώμα του ανθρώπου, τον άνθρωπο, την ύπαρξή του ως μνήμη ακόμα κι όταν φεύγει. Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη, όπως έχει γράψει κι ένας άνθρωπος που γνώριζε από τον τρόπο που διαχειρίζονται οι εξουσίες τους ανθρώπους.

Ο πόλεμος

Δεν μπορείς να μην κάνεις μερικές σκέψεις για τον πόλεμο και πόσο άδικος είναι, πόσο φοβερός είναι και τελικά και πόσο φρέσκος και νεανικός στα μάτια των ανθρώπων. Ξανά και ξανά, ο πόλεμος επιλέγεται για να «λύσει» όσα δεν κατάφερε να ξεμπλέξει ο ειρηνικός βίος. Αν η βία κρατιέται τόσο νέα στην ιστορία των ανθρώπων, δεν σημαίνει κι ότι κάτι βαθύ και σκοτεινό κυριαρχεί μέσα τους;
Και είναι και ο εμφύλιος πόλεμος. Ο εμφύλιος που δεν έρχεται από ένα ακατανόητο και δήθεν απροσδιόριστο σύμπαν έξω από τις ανθρώπινες κοινωνίες, αλλά πηγάζει ακριβώς από τις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις και τις δυναμικές που επί δεκαετίες συμπιέζονται μέσα στις κοινωνίες. Κι ο εμφύλιος, ακριβώς γιατί είναι ένας πόλεμος κατά του εαυτού, είναι πολύ πιο σκληρός και αιμάτινος από κάθε άλλο πόλεμο.
Δεν μπορείς να μην σκεφτείς, τον ελληνικό εμφύλιο, ή κάνοντας ένα μικρό άλμα, τον τρόπο που διάβαζε την ελληνική ιστορία ο Θόδωρος Αγγελόπουλος στον «Θίασο», μέσα από την αρχαία τραγωδία. 

Στο τέλος, πρέπει να ανορθωθείς, να βγεις από αυτό το σκοτεινό πλαίσιο της ταύτισης και της υπαρξιακής αγωνίας που σου υποβάλλει το έργο. Η παράσταση έδωσε διαφυγές, μέσα από την πολύ καλή αντίστιξη της μουσικής, τις ωραίες ερμηνείες του χορού και τον καθαρό λόγο της μετάφρασης, τη στιβαρή παρουσία του Ετεοκλή στο κέντρο της σκηνής. Το φινάλε είναι δύσκολο. Οι τραγικοί ήρωες αδυνατούν να κινηθούν. Αν κινηθούν, θα κάνουν κατά πάσα πιθανότητα τις ίδιες διαδρομές, τα ίδια λάθη. Μέχρι να βρει ο άνθρωπος το δρόμο της απελευθέρωσής του. Μέχρι…
Εμείς σηκωνόμαστε και χειροκροτούμε ευγενικά τους ηθοποιούς, για αυτόν τον παράδοξο δρόμο που έχουν διαλέξει στη ζωή τους, να πρέπει να παίρνουν άλλους ανθρώπους από το χέρι και να τους οδηγούν στα κατάβαθα της ύπαρξης.

Το δημοσίευσα στην εφημερίδα Ελευθερία των Ιωαννίνων στις 26.8.2016

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Είμαστε οι καλύτεροι μέσα στον κόσμο μας

Κάνεις μία κουβέντα με κάποιον που ξέρει πολλά, αλλά κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν θέματα που τα αγνοεί τελείως. Δεν είναι απλό… Ανοίγεις μία συζήτηση για τα άστρα και τη διαστημική τεχνολογία και ο συνομιλητής σου σε εκπλήσσει με τις γνώσεις του. Μόλις πας όμως να συζητήσεις το πρόβλημα της λίμνης μας ας πούμε, εκεί πέφτεις σε κενό, λες και δεν υπάρχει πρόβλημα.
Κι ακόμα χειρότερα. Ο απέναντι είναι πολύ προοδευτικός σε θέματα οικολογίας και σε εντυπωσιάζουν οι θέσεις του για την ενέργεια από τον ήλιο ή τη βιώσιμη μετακίνηση στην πόλη με ποδήλατα, αλλά μόλις πιάσεις το προσφυγικό ακούς κλασσικές ακροδεξιές θέσεις, τύπου ας κάτσουν σπίτι τους οι πρόσφυγες και κάποτε πρέπει να νιώσουν ότι υπάρχουν σύνορα στην Ευρώπη. Οικολογία μεν αλλά να μην πολυανακατωνόμαστε και μεταξύ μας.
Αν αφαιρέσουμε από μπροστά μας το θέμα των σκοπιμοτήτων και δεχτούμε ότι όλοι είναι καλοπροαίρετοι, τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχει ένα πρόβλημα με τους κόσμους που ο καθένας μας είναι κλεισμένος. Κι είναι ακόμα μεγαλύτερο όταν αρνούμαστε να γνωρίσουμε και τους άλλους κόσμους που είναι δίπλα μας.
Γιατί είναι όντως πρόβλημα να μην καταλαβαίνεις ότι υπάρχουν κι άλλοι τρόποι σκέψης κι άλλοι τρόπο ζωής, πέρα από τον δικό σου. Γιατί εν τέλει είναι πρόβλημά σου να νομίζεις ότι το μικρό σου σύμπαν μπορεί να χωρέσει και τη ζωή των άλλων.

Και τελικά είναι και μία αποτυχία της εκπαίδευσης να μην σε έχει πείσει για την ολότητα και να σου έχει επιτρέψει να αποθεώνεις το δικό σου κύκλο και μόνο. 

Διαβάζουν χιλιάδες σελίδες ιστορίας

Παιδιά μικρά και διαβάζουν χιλιάδες σελίδες ιστορίας από το Δημοτικό ως το Γυμνάσιο για να δώσουν εξετάσεις. Εμείς οι ενήλικες, αν μας έβαζαν τόση ύλη θα τα παρατούσαμε και θα φεύγαμε. Τα παιδιά μας όμως τα πιέζουμε να μην φύγουν, να μείνουν και να διαβάσουν, να πάρουν εικοσάρια και να περάσουν με επιτυχία τις εξετάσεις. 
Αλλά δεν είναι η μόνη μας αντίφαση, αφού υπάρχει κι άλλη: Πιέζουμε τα παιδιά να μάθουν ιστορία, αλλά εμείς δεν ξέρουμε ιστορία. Αναμασούμε στερεότυπα και ιδεολογικές αναγνώσεις, δεν ξέρουμε καλά τα γεγονότα, αδυνατούμε τελείως να προχωρήσουμε σε ερμηνείες. Αυτό σημαίνει ότι δεν πάει καλά το σύστημα εκπαίδευσης, γιατί κι εμείς από αυτό βγήκαμε. Όχι ότι δεν πρέπει να κουράζεται ο μαθητής και στο διάβασμα της ιστορίας. Η χαλάρωση και η έλλειψη πειθαρχημένης μελέτης θα τον απομακρύνουν τελικά από τη γνώση. 
Περισσότερο όμως είναι ότι διαβάζουν ιστορία που δεν τους αφορά. Ή μοιάζει να μην τους αφορά. Το μάθημα πρέπει να αποδεικνύει στα παιδιά ότι χρειάζονται την ιστορία στην καθημερινή τους ζωή, ότι την έχουν ανάγκη. Αν δεν το πετύχει, όσο κι αν κάτσουν τα παιδιά και διαβάσουν, τίποτε νέο δεν θα προκύψει.