Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Εξωτικό χρήμα: Η αίσθηση ότι σε κοροϊδεύουν κατάμουτρα

Δεν χρειάζεται να φθονείς τον πλούτο, δεν χρειάζεται να φθονείς κανέναν. Ο φθόνος είναι τοξική κατάσταση. Σε τρώει από μέσα σου, ενώ ο άλλος… παραμένει πλούσιος. Και βέβαια δεν θα αλλάξει αύριο ο κόσμος μας, δεν θα μειωθούν οι ανισότητες, δεν θα γίνουν λιγότερο πλούσιοι οι πλούσιοι. 

Άλλο όμως αυτό, άλλο το να καταλαβαίνεις πώς κυλούν τα πράγματα και τι κουβαλάει μαζί του ο χρόνος κι άλλο να αποδέχεσαι ως «αυτονόητη», «εκ θεού», ή «φυσική», την κατάσταση γύρω σου. Κι  αυτό είναι ένα οριακό σημείο. Γιατί δεν μπορεί να περηφανεύεσαι στις ρούγες και τις πλατείες ότι είσαι κάποιος παράγοντας όταν όλα τα κληρονόμησες και δεν εργάστηκες γι’ αυτά, ούτε καν ξέρεις τι σημαίνει παραγωγή και εργασία. Ούτε δικαιούσαι αναγνώρισης για το θεάρεστο έργο σου στην κοινωνία όταν βγάζεις κέρδος από την αμοιβή εξαθλιωμένων εργατών στον Τρίτο Κόσμο. Για να μην πούμε για τους διάσημους καλλιτέχνες που πιστεύουν κι αυτοί ότι δικαιούνται από κάποιο αόρατο χέρι της αγοράς αυτές τις τεράστιες αμοιβές του λαμπερού τους κόσμου και δεν είναι η βαριά χειραγώγηση συνειδήσεων που κάνει η βιομηχανία του τρόπου ζωής ανά τον πλανήτη που παράγει όλο αυτό το χρήμα. Μερικά μόνο παραδείγματα αυτά.

Θέλω να πω, ότι σε όλη αυτήν την ιστορία με τους φορολογικούς παραδείσους και τα κρυμμένα λεφτά σε νησιά με εξωτικά ονόματα, το θέμα δεν είναι η νομιμότητα του συστήματος, αλλά  αυτή η αίσθηση που έχουν πολλοί στον κόσμο ότι τους κοροϊδεύουν κατάμουτρα. Και μπορεί να μην είπε η Μαρία Αντουανέτα στους πεινασμένους να φάνε παντεσπάνι, αλλά κάποιοι μοιάζει με τον τρόπο τους να το λένε στους πολύ περισσότερους που μέχρι πρότινος δεν ήξεραν καν ότι το χρήμα αυξάνει τόσο πολύ με το που περνάει τα σύνορα. 
Κατά τα άλλα, η Γαλλική Επανάσταση, μοιάζει με υπόμνηση προς όλες τις πλευρές για το τι μπορεί να σου ξημερώσει κάποια μέρα. 

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Ο συμβολισμός της ανοιχτής Κυριακής

Οι Ανοιχτές Κυριακές, θα γίνουν κάποτε το εθνικό μας μνημείο για την κουτοπονηριά των μνημονίων. Κανένα ζήτημα δεν υπάρχει στην αγορά με την κυριακάτικη αργία. Όλοι ξέρουν ότι η δουλειά δεν αυξάνει την Κυριακή. Κι όπου υπήρχε ανάγκη για ανοιχτά καταστήματα, άνοιγαν και πριν από το μνημόνιο. Και η τουριστική αγορά δούλευε και αν ήθελες να φας ένα γλυκό ή να πάρεις δύο λουλούδια, έβρισκες. Κι αν όντως υπήρχε κάποιο θεσμικό πρόβλημα μπορούσε να λυθεί και χωρίς το ΔΝΤ.
Ποια ήταν η διαφορά πριν; Ότι και ο νόμος, αλλά και το κοινωνικό κλίμα, το πλαίσιο, προστάτευε την εργασία. Όποιος δούλευε την Κυριακή πληρωνόταν καλά, όπως προβλεπόταν. Σε πολλές δουλειές με βάρδιες, οι εργαζόμενοι επιδίωκαν το κυριακάτικο ωράριο. Αλλά και μέχρι λίγα χρόνια, εργοδότης που δεν πλήρωνε ή χρησιμοποιούσε τις τεχνικές της μαύρης εργασίας δεν είχε καλή φήμη, έχανε το κύρος του.

Η θέσπιση με νόμο των ανοιχτών Κυριακών ήρθε ως κερασάκι στην τούρτα στη διάλυση των παλιών εργασιακών σχέσεων και κυρίως τη διάλυση των συλλογικών συμβάσεων. Η διάλυση του πλαισίου δικαιωμάτων της εργασίας και η μείωση του περίφημου μισθολογικού κόστους ήταν στο επίκεντρο των δύο πρώτων μνημονίων και επέφερε τεράστιες αλλαγές στην εργασία. Το άνοιγμα της Κυριακής δε, έστειλε το μήνυμα ότι θα δουλεύει ο εργαζόμενος επτά ημέρες συνέχεια και θα παίρνει ένα κάτι τις. Ποιος άλλωστε ελέγχει τι γίνεται πια στην αγορά; Οι ανοιχτές Κυριακές είναι ένα σύμβολο, ένα μήνυμα για χειραγώγηση της εργασίας.
Όλη αυτή η κατάσταση στην αγορά, θα έχει ίσως, κάποτε, κάποια «θετική» πλευρά; Θα δικαιωθούν κάποτε τα μνημόνια; Ίσως. Οι ευρείες ιδιωτικοποιήσεις του παραγωγικού κεφαλαίου της χώρας, με αυτό το εργασιακό πλαίσιο, μπορεί να δώσουν όντως μια άλλη εικόνα σε πέντε, δέκα χρόνια. Με μισθούς στα 500 ευρώ και με επτά ημέρες δουλειά, όντως φτιάχνεις οικονομία. Όχι βέβαια παραγωγική ούτε αναπτυξιακή. Φτιάχνεις όμως μια οικονομία – παρία, που θα λειτουργεί στο περιθώριο των ισχυρών οικονομιών της Ευρώπης. Των ίδιων ισχυρών που αυτό ονειρεύονται κατά πώς φαίνεται για την Ελλάδα αν κρίνουμε από τα μέτρα που προτείνουν κάθε χρόνο για την Ελλάδα.

Από την Ελευθερία στις 4 Μαΐου 2017

Δεν γελάσαμε, Γέρουν

Το 1998 ο Παντελής Βούλγαρης έφτιαξε μία από τις σημαντικότερες ταινίες των πρόσφατων χρόνων, το Όλα είναι Δρόμος. Στην τρίτη ιστορία του, μεγαλέμπορος επίπλων (με τον εξαιρετικό Γιώργο Αρμένη), σπάει τα πάντα στο ξενυχτάδικο «Βιετνάμ» και στο τέλος πληρώνει και να το κάψουν τελείως, μέσα στην πίκρα του για τον χωρισμό του. Και οι άλλες δύο ιστορίες ανδρών, δείχνουν τη μοναξιά, την απομόνωση και τα αδιέξοδα του προσωπικού βίου μέσα στον όλο και πιο ανοίκειο συλλογικό βίο αυτής της χώρας.

Υπάρχουν όμως και άλλες προσεγγίσεις στη ζωή του τόπου μας. Υπάρχουν ταινίες (όπως του Κ. Γιάνναρη) ή βιβλία (όπως της Ι. Καρυστιάνη) που δείχνουν κι άλλες σκοτεινές πτυχές της κοινωνίας μας. Και υπάρχουν βέβαια και οι ευτράπελες ας τις πούμε, ιστορίες (ας δούμε και τις σχετικές ταινίες του Γκορίτσα), όπως οι επιδοτήσεις και οι αρπαχτές που κάηκαν σε στριπτιζάδικα και μαγαζιά της νύχτας, χωρίς καημούς, αλλά με επίδειξη αλαζονείας και κυνισμού από τους νεόπλουτους Έλληνες. Και πίσω από αυτές τις ιστορίες κρύβονται δράματα και η ανείπωτη βία κατά των θυμάτων του τράφικινγκ ή η εκμετάλλευση μεταναστών σε εργασιακά κάτεργα (γιατί κάπως παρήχθη κι αυτός ο πλούτος εν τέλει, που σπαταλήθηκε στο life style).

Ναι, για όλα αυτά συζητάμε πολύ στην Ελλάδα και μέσω της τέχνης και στις καθημερινές μας κουβέντες. Συζητάμε πολύ, αλλά αλλάζουμε αργά.
Ξέρουμε όμως ότι οι ανισότητες υπήρχαν και πριν από την κρίση. Υπήρχαν πολλοί Έλληνες που ήταν έξω από τα «κόλπα» με τα λεφτά. Και μετά την κρίση είναι πολλοί αυτοί που την πληρώνουν χωρίς να φταίνε σε τίποτα.
Αυτά ίσως να μην τα ξέρει ο πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ, ο οποίος έχει πολλούς οπαδούς και στην ελληνική πολιτική σκηνή και κόμματα. Πιθανόν να μην έχει ακούσει και τίποτα για τα τεράστια κυκλώματα πορνείας στην Ευρώπη, τον σεξοτουρισμό Βορειοευρωπαίων στην Ασία ή την εκμετάλλευση μεταναστών ή το εμπόριο ναρκωτικών. Πιθανά να του διαφεύγει αυτή η σκοτεινή Ευρώπη. Βολεμένος όπως είναι βλέπει μόνο «τα ποτά και τις γυναίκες» στο Νότο. Χωρίς αποχρώσεις, χωρίς μελέτες, με παντελή έλλειψη κοινωνικής ευαισθησίας.

Κάτι ψέλλισε για τη λύπη του και την κοσμοθεωρία του που δεν την καταλαβαίνουν άλλοι. Όταν όμως κυβερνάς την Ευρώπη με το μαστίγιο των μνημονίων, τουλάχιστον πρέπει να επιδεικνύεις σοβαρότητα και διάθεση επικοινωνίας με τον απέναντι. Αυτό όμως είναι το μοντέλο των ηγετών της Ευρώπης σήμερα (έστω κι αν καταποντίζονται στις εκλογές). Μονά ζυγά δικά τους. Κι ο κυνισμός τους, ιδεολογία και πολιτική έκφραση.
Και δεν έχει καθόλου πλάκα να ανταπαντάς με χιούμορ σε κάτι τέτοια. Γιατί αν είχαν χιούμορ και αίσθηση των αντιφάσεων της ζωής, δεν θα ήταν στις καρέκλες που είναι σήμερα. 

Από την Ελευθερία 23 Μαρτίου 2017


Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Γέμισε ασυμβίβαστους αυτή η χώρα

Πολλοί ασκώντας κριτική στην κυβέρνηση, την κατηγορούν ότι συμβιβάστηκε με την τρόικα και τους δανειστές της χώρας. Το λένε πολλά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ που αποχώρησαν πέρυσι το καλοκαίρι, το λένε και άλλοι που δεν είχαν καν ψηφίσει το κόμμα του Αλ. Τσίπρα το 2015. Από την κυβέρνηση πάλι, αποφεύγουν να μιλάνε για τον «συμβιβασμό» και δίνουν βάρος στη «διαπραγμάτευση».
Υπάρχουν πολλά με τα οποία μπορείς να ασκήσεις κριτική στην κυβέρνηση. Πρώτα από όλα, ότι έκανε άλλα από όσα είχε πει προεκλογικά. Βέβαια, η άσκηση εθνικής πολιτικής προϋποθέτει από μία κυβέρνηση να δρα στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος και όχι… στο όνομα του προεκλογικού της προγράμματος. Ό,τι ισχύει περί αυτού για προηγούμενες κυβερνήσεις, ισχύει και για την κυβέρνηση Τσίπρα.
Μια ακόμα πιο σοβαρή κατηγορία, είναι ότι υιοθέτησε μία ατζέντα κυβερνητικής πολιτικής που άνετα θα τη χαρακτήριζαν ακόμα και οι ίδιοι οι κυβερνώντες, «νεοφιλελεύθερη» για να χρησιμοποιήσουμε μια γνωστή, αριστερή λέξη. Η κυβέρνηση Τσίπρα κάνει πολλά από όσα έκαναν και οι προηγούμενοι και ανήκουν σαφώς στο πρόγραμμα των αντιπάλων του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως αυτό είναι πολιτικό θέμα και τα πολιτικά θέματα λύνονται στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, με τις εκλογές. Θα κριθεί κι αυτό, μετά τις εκλογές του 2015, στις ερχόμενες εκλογές.
Αφήνοντας στην άκρη για άλλη φορά, άλλες κατηγορίες (ερασιτεχνισμός, άγνοια θεμάτων διαχείρισης κλπ), καταλήγουμε πάλι στον «συμβιβασμό» της κυβέρνησης. Είναι άραγε τόσο κακό να συμβιβάζεσαι; Ζουν αλήθεια γύρω μας τόσοι πολλοί ασυμβίβαστοι ώστε μόνο η κυβέρνηση να ενοχλεί; Ή μήπως αντίθετα, αυτή η κυβέρνηση αντικατοπτρίζει ευρύτερες στάσεις ζωής και ίσως κι ένα κλασσικό ελληνικό φαινόμενο στο οποίο πολλές φωνές υψώνονται, αλλά πίσω στην πραγματική ζωή και συχνά υπό σιωπή, αναπαράγονται τα παλιότερα πρότυπα. Και στη συλλογική και στην προσωπική ζωή.
Και κάτι ακόμα: Υπάρχει άραγε ατομικός βίος χωρίς συμβιβασμούς; Υπάρχει μέρα στην καθημερινότητα όλων μας, που να μην έρχεσαι μπροστά σε διλήμματα και υποχρεώσεις; Κάπως έτσι είναι κι αυτή η κυβέρνηση. Για την οποία όσοι επιμένουν να ηθικολογούν νομίζοντας ότι την υπονομεύουν, μάλλον οδηγούνται να μην βλέπουν και πόσα άλλα πολλά προβλήματα έχει στην άσκηση διακυβέρνησης.

Από την Ελευθερία 7 Απριλίου 2017