Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Ό,τι μπορώ Γιάννη, ό,τι μπορώ... Για τον Γιάννη Μπανιά

Γνώρισα τον Γιάννη Μπανιά το 1988 και διατήρησα μία προσωπική σχέση μέχρι που η σοκαριστική είδηση του θανάτου του, εισέβαλε στην καθημερινότητά μου, όπως έγινε και με εκατοντάδες άλλους φίλους σε όλη την Ελλάδα. Τα χρόνια περνάνε για όλους και το 1988 μοιάζει πολύ μακρινό πια, αν και προσωπικά έχω την αίσθηση ότι ήταν χτες. 
Τότε, χτες, ο Γιάννης μου φαινόταν μεγάλος, πρόσωπο μιας άλλης εποχής. Όταν είσαι νέος, οι άνθρωποι που είναι 50 χρονών κι έχουν ζήσει άλλες ζωές, σου φαίνονται μακρινοί. Ήταν άλλωστε ο ίδιος ένα ιστορικό πρόσωπο ήδη τότε. Το όνομά του το έβλεπες στις δίκες της χούντας και πιο πρόσφατα γεμάτες ήταν οι εφημερίδες με τη θητεία του ως Γραμματέας του ΚΚΕ Εσωτερικού και τη σύγκρουσή του με τον Λεωνίδα Κύρκο για το «Κ» και το χαρακτήρα του ανανεωτικού κομμουνισμού στη χώρα μας. Ο ίδιος όμως ποτέ δεν μιλούσε με «ιστορικότητα», δεν έδινε ίσως και σημασία στο παρελθόν.
Συγκρατώ μία εικόνα γιατί έχει περισσότερη σημασία για μένα- άλλωστε όταν μιλάμε για όσους έφυγαν μιλάμε κυρίως για εμάς και για το κενό που αφήνουν μέσα μας όπως μου είπε χτες και η Όλγα. Μετά την εκλογική αποτυχία του ΚΚΕ Εσωτερικού Ανανεωτική Αριστερά το 1989 και παρά την ολοφάνερη πολιτική αποτυχία του Συνασπισμού των Φλωράκη – Κύρκου, ο Γιάννης είχε απομονωθεί από τα Μέσα Ενημέρωσης αλλά κι από ένα μεγάλο κομμάτι των αριστερών «που είχαν μπει στο παιχνίδι» του ρεαλισμού και της εξουσίας.
Καθόμασταν σε ένα καφέ στην παραλία της Θεσσαλονίκης και μου εξηγούσε ότι σημασία έχει να δημιουργείς πολιτική που να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες. Κι από τότε, λίγο μετά το ’90, έθετε το θέμα της ενότητας της αριστεράς. Αλλά για να σε ακούσουν οι «μεγάλοι» έπρεπε να έχεις ένα βάρος, να μετράς στην κοινωνία. Γι’ αυτό και ο Γιάννης συνέχιζε, ζούσε στο παρόν, έκανε πολιτική για το σήμερα. Κόβωντας ταυτόχρονα τους δεσμούς με το σταλινισμό σε μια διαρκή πάλη για την ανανέωση, κοίταγε συνέχεια για το πού βρίσκεται το διακύβευμα, η μάχη. Άλλοτε ήταν η μάχη κατά του εθνικισμού, κι εκείνα τα χρόνια του ’90 ήταν πολύ βαριά στην Ελλάδα, άλλοτε ήταν τα πολιτικά δικαιώματα, άλλοτε το περιβάλλον και οι τοπικές μάχες για δημόσιους χώρους ή καλύτερη ποιότητα ζωής. Γι’ αυτό και ο ίδιος, σαν να έκανε απλώς ένα βήμα, βρέθηκε μέσα στο διεθνές αντιπολεμικό κίνημα ή στο Παγκόσμιο Φόρουμ. Πήγαινε περπατούσε ο ίδιος στις μεγάλες πορείες του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης κι έτσι έπιανε την ανάγκη για μία νέα αριστερά.
Ο Γιάννης Μπανιάς θα μπορούσε να γίνει ήδη από το 1989 ισόβιος βουλευτής σε τρία κόμματα που του το ζητούσαν. Δεν έγινε. Έγινε το 2007 όταν μπήκε η βάση για ένα κοινό κόμμα της αριστεράς που πάλευε. Αλλά κι αυτό το έκανε στην πορεία της γείωσης όπως του άρεσε να λέει με τις κοινωνικές ανάγκες.
Στον Γιάννη Μπανιά άρεσε να ζει στο σήμερα. Έλεγε ωραίες ιστορίες για το ποδόσφαιρο, για τις θάλασσες, για την Βανέσα Ρεντεγκρέιβ, για τον παραλογισμό των σταλινικών. Και μετά σε ρωτούσε: Κι εσύ σύντροφε τι θα αναλάβεις να κάνεις αύριο το πρωί; Ό,τι μπορώ Γιάννη. Ό,τι μπορώ…