Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Ο Χανίφ Κιουρέισι λέει κάτι στο «Κάτι έχω να σας πω»- Να μη φοβάσαι να ζεις έξω από τα κλειστά συστήματα

Ας διαβάσουμε τι γράφει ο Χανίφ Κιουρέισι στις σελίδες 85-86 του μυθιστορήματός του «Κάτι έχω να σας πω» που κυκλοφόρησε πέρυσι από τον Καστανιώτη. Λέει λοιπόν ο ήρωάς του:
«Μέσω μιας γνωστής από το πανεπιστήμιο, που την είχα σκηνοθετήσει στο Περιμένοντας τον Γκοντό με γυναίκες ηθοποιούς, είχα βρει δωμάτιο σ' ένα σπίτι που το μοιραζόταν μια ομάδα λευκών μεσοαστών που ασχολούνταν με την πολιτική. Ήταν ξυλουργοί, δάσκαλοι, κοινωνικοί λειτουργοί, φεμινίστριες και ριζοσπάστες δικηγόροι, δύο από αυτούς αργότερα έγιναν βουλευτές, φανατικοί μπλερικοί, που εμφανίζονταν συχνά στην τηλεόραση υπερασπιζόμενοι τον πόλεμο στο Ιράκ. Στους γειτονικούς δρόμους είχαν στηθεί αρκετά παρόμοια σπίτια.
Ωστόσο δεν είχα καταφέρει απ' την αρχή να πιάσω το δωμάτιο που ήθελα. Υπήρχαν και άλλοι υποψήφιοι και οι συγκεκριμένοι πολιτικοποιημένοι τύποι κατά καιρούς φέρονταν δημοκρατικά. Θα περνούσα από συνέντευξη, αν και ήξερα ότι οι αριστεροί θα μου πρόσφεραν δωμάτιο μόλις τους ρωτούσα αν υπήρχαν καθόλου μαύροι στο σπίτι. Η ενοχή κυλούσε μέσα τους σαν κρίση τροφικής δηλητηρίασης κι έτσι κέρδισα τη θέση παρά το ωχρό μου δέρμα και την ουρά των λευκών απ' έξω.
Δεν επρόκειτο ακριβώς για κοινόβιο, ο καθένας είχε δικό του δωμάτιο και το μαγείρεμα όπως και οι αγγαρείες δεν γίνονταν από κοινού, παρόλο που κάτι τέτοιο ίσχυε για κάποιες δουλειές. Γίνονταν πολλές συναντήσεις και παλαβές συζητήσεις, ποδηλασία και ανακύκλωση. Νέες αφίσες -«Αντίδρασε και ζήσε!» ή η φωτογραφία ενός πίθηκου που τον χρησιμοποιούσαν σε πειράματα- μαζί με φυλλάδια που διαφήμιζαν συναντήσεις εμφανίζονταν στο διάδρομο κάθε μέρα, μαζί με στοίβες ξύλα για «επαναχρησιμοποίηση».
Συχνά πηγαίναμε με ποδήλατα ως το δάσος, έχοντας στα καλάθια μας κρασί και φούντα. Μία φορά οι άλλοι δεν έβλεπαν την ώρα να πετάξουν τα ρούχα τους και να βουτήξουν σε κάποια σιχαμένη λίμνη. Συνήθως ήμουν σφιγμένος αλλά εκείνη τη φορά συμμετείχα κι εγώ.
Τα περισσότερα Σαββατοκύριακα ήταν πιασμένα εξαιτίας κάποιας διαμαρτυρίας κατά των πυρηνικών. Μέσα στη βδομάδα υπήρχαν συναντήσεις της τοπικής οργάνωσης του κόμματος των Εργατικών που πραγματοποιούνταν σε ξέφραγες αίθουσες ρημαγμένων κτηρίων. Αν πήγαινα, το έκανα επειδή το ίδιο συνέβαινε με όλους τους υπόλοιπους, ήθελα να ξέρω τι συμβαίνει. Ήταν σοβαρή δουλειά. Η παλιά φρουρά, οι οπαδοί της εργατικής τάξης που κάπνιζαν πίπα και μιλούσαν ασταμάτητα με δύσκολες προφορές -και είχαν πολλές προσωπικές αναμνήσεις από τον Χάρολντ Ουίλσον-, παρέα με τους εκκεντρικούς, τους γεροπαράξενους, τους σκέτους παλαβούς και όσους δεν είχαν πού αλλού να πάνε τα βράδια, είχαν αντικατασταθεί από άτομα που γνώριζα.
Μιλάμε για νεαρούς, κομψούς δικηγόρους, υπαλλήλους στην υπηρεσία στέγασης, ριζοσπάστες από επαρχιακά νοσοκομεία. Ορισμένοι από αυτούς τους «ακτιβιστές» στην πραγματικότητα ήταν τροτσκιστές ή κομμουνιστές, προσκολλημένοι στην ευπρέπεια και στην πιθανότητα απόκτησης πραγματικής εξουσίας, άλλοι διοχέτευαν τη φιλοδοξία τους σε συμβατικές πολιτικές καριέρες».


Δεν είναι ένα πολιτικό βιβλίο όπως πιθανά φαίνεται από το απόσπασμα. Ή για την ακρίβεια, δεν είναι ένα μόνο πολιτικό βιβλίο. Είναι ένα καλό βιβλίο. Ήπιο, χαμηλών τόνων, έξυπνο, καλογραμμένο και διάφανο. Μιλάει για τον κόσμο που αναδύεται στην Αγγλία του ’80 και του ’90, για ήρωες που πιο πριν ήταν κάτι άλλο κι όταν μεγάλωσαν έγιναν κάτι άλλο, άλλα ίσως και όχι. Ίσως απλώς να αναπτύχθηκαν οι πολλές ταυτότητες που κρύβει μέσα του ο καθένας μας.
Διάλεξα αυτό το απόσπασμα για να κάνω μια αντιπαραβολή με την πολιτικοποίηση των νέων στη χώρα μας. Ανεξάρτητα του τι ψηφίζει ο καθένας μας, έχει σημασία αν στα νιάτα του μπόρεσε να νιώσει λίγο από τον παλμό του κόσμου. Εδώ βλέπουμε ότι το ηττημένο Εργατικό Κόμμα του ’80 συγκεντρώνει στους κόλπους του μια ριζοσπαστική νεολαία που δοκιμάζει ακόμα και την ανακύκλωση, μια λέξη σχεδόν άγνωστη στην καθημερινότητά των νέων του 2010 στη χώρα μας.
Κάποτε, αστειευτήκαμε με τον Καραμανλή που είπε ότι είχε διαβάσει ως φοιτητής τον Μαρξ. Θα μπορούσαν όμως πολλοί από τους σημερινούς 50ρηδες να θυμηθούν ότι διάβασαν έστω 10 μυθιστορήματα όταν ήταν φοιτητές; Ότι είδαν μια ταινία από τις 10 καλύτερες του 20ου αιώνα, ότι έκαναν μια συζήτηση αιρετική; Στην Ελλάδα του ΄60 και του ’70, υπερπολιτικοποιήθηκε η νεολαία, αλλά μέσα σε κλειστά σχήματα και βάσει ενός δύο περιγραμμάτων (Μάο, κομμουνισμός, σοσιαλισμός, τροτσκισμός, τρίτος δρόμος). Αυτή η πολιτικοποίηση δεν πέρναγε στην καθημερινή ζωή και μόνο ως εξαίρεση πέρναγε στην τέχνη.
Η ανοχή, η φιλελεύθερη σκέψη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η κουλτούρα του διαλόγου, όλα αυτά που συγκροτούν μια ανοιχτή κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων, μαθαίνονται. Εκπαιδεύεται κανείς στη διαφορετική σκέψη. Αλλά πρέπει να κάνει το πρώτο βήμα. Γιατί κατά τα άλλα, το πιο εύκολο είναι να σηκώνεις σημαίες και να φωνάζεις συνθήματα.
Μπορεί ο Τόνι Μπλερ να απογοήτευσε, μπορεί να γίνει το ίδιο και με τον Ομπάμα. Όλοι αυτοί όμως που ως νέοι πάλεψαν εναντίον των πυρηνικών, άφησαν παρακαταθήκη ένα κίνημα, κι άλλαξαν τον κόσμο εντός τους. Έχουν αν μη τι άλλο, κάτι να θυμούνται.
Το μυθιστόρημα του Κιουρέισι έχει κι άλλα πολλά. Έχεις ανθρώπους που θυμούνται, που αλλάζουν, μέσα σε έναν κόσμο μετέωρο που τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Ακριβώς όμως επειδή η μνήμη αλλά και η δράση, η καθημερινή πράξη, μπορούν να εναντιώνονται στην ηθικολογία και την επίκληση μια δήθεν αρχέγονης «αυθεντικότητας», το «Κάτι έχω να σας πω» έχει όντως κάτι να μας πει για το σήμερα. Κι αφήνει μια ελαφριά, χαμογελαστή γεύση.

ΥΓ Στις αρχές του '90 έκανα κι εγώ μια συζήτηση για τα πειραματόζωα φαντάζομαι με την ίδια αφίσα με τον πίθηκο σε ένα πείραμα. Φευ...