Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2010

Έλληνας γεννιέσαι ή γίνεσαι;

Με ευχαρίστηση φιλοξενώ το παρακάτω άρθρο, με την άδεια του συγγραφέα. Δημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο στην τοπική εφημερίδα των Ιωαννίνων "Ενημέρωση" κι ήταν από τις πρώτες φωνές στην πόλη υπέρ του μεταναστευτικού νομοσχεδίου.


Αλλοδαποί μετανάστες και ελληνική ιθαγένεια.
Ή αλλιώς, «Έλληνας γεννιέσαι ή γίνεσαι;»

 
Του Γιώργου Νικολάου

Η απόφαση της Κυβέρνησης για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας από τα παιδιά των μεταναστών που γεννιούνται στη χώρα μας αποτελεί μια γενναία και ρηξικέλευθη πολιτική πράξη, η οποία επαναπροσδιορίζει και ανασυγκροτεί δομικά στοιχεία της εθνικής μας  ταυτότητας. Η επιφανειακή ανάγνωση της συγκεκριμένης απόφασης θα οδηγούσε ενδεχομένως στο συμπέρασμα ότι η λήψη της υπαγορεύεται από τη λογική της «νομικής και πολιτικής τακτοποίησης» δεκάδων χιλιάδων παιδιών μεταναστών που ζουν στη χώρα μας χωρίς πολιτικά δικαιώματα και δίχως ευκαιρίες δίκαιης οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής ένταξής τους στην ελληνική κοινωνία. Η ελληνική ιθαγένεια, στην περίπτωση αυτή, θα λειτουργήσει ως  το «διαβατήριο» για την ομαλότερη ένταξη και αποδοχή των αλλοδαπών νέων και θα νομιμοποιήσει την όποια δίκαιη και θεμιτή επιδίωξή τους για κοινωνική και οικονομική ανέλιξη. Ήδη η πρόχειρη και «αθώα» αυτή ερμηνεία εγείρει πλήθος αντιδράσεων από συντηρητικούς κύκλους της ελληνικής πολιτικής σκηνής, οι οποίοι επενδύουν σε φθηνές εθνικιστικές κορώνες και ξενοφοβικά ανακλαστικά και σύνδρομα. Από την άλλη, μερίδα της Αριστεράς τη χαρακτηρίζει, μικρόψυχα, ως ένα «φιλανθρωπικό» μέτρο, το οποίο δεν αντιμετωπίζει επί της ουσίας τα οξύτατα  προβλήματα των εργαζομένων, Ελλήνων και αλλοδαπών.
Ωστόσο, μία δεύτερη ανάγνωση της συγκεκριμένης απόφασης θα μας επέτρεπε να συμπεράνουμε ότι η Κυβέρνηση επιχειρεί μία κεφαλαιώδους σημασίας ρήξη με σημαντικότατες «σταθερές» της συγκρότησης της ελληνικής εθνικής ταυτότητας. Από ιδρύσεως του νεότερου Ελληνικού Κράτους η ιθαγένεια ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την καταγωγή, όπως άλλωστε συνέβαινε και με τα περισσότερα ευρωπαϊκά έθνη – κράτη. Δομημένη στη λογική του «Δικαίου του Αίματος» (jus sanguinis), η ελληνική ιθαγένεια ήταν προνόμιο μόνο όσων είχαν κάποιο πρόγονο Έλληνα. Πολλά θα είχε να γράψει και να πει κανείς για το συγκεκριμένο θέμα και για το πώς ορίζεται και  αποδεικνύεται η καταγωγή. Με πρόθεση μόνο και μόνο να αποδομήσω τη «χαλυβδωμένη» συνείδηση κάποιων «καθαρόαιμων» Ελλήνων, θα τους υπενθυμίσω ότι οι ίδιοι δεν ήταν και τόσο απόλυτοι και αυστηροί όταν επρόκειτο για «αμφιβόλου καταγωγής» αθλητές, τους οποίους σε μία νύκτα πολιτογραφούσαμε Έλληνες, αρκεί να σήκωναν στον ψηλότερο ιστό την ελληνική σημαία.
Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, στην ουσία, μετατοπίζει το δικαίωμα στην ελληνική ιθαγένεια από μία υπόθεση «καταγωγής» σε μία υπόθεση «παραμονής». Βασισμένη στο «Δίκαιον του Εδάφους» (jus soli), η ιδιότητα του Πολίτη απονέμεται σε όλους όσους κατοικούν στη γεωγραφική περιοχή που αποτελεί την επικράτεια του εθνικού κράτους. Η εθνική ταυτότητα δομείται πλέον με όρους πολιτικούς, μορφωτικούς, πολιτισμικούς και κοινωνικούς και όχι φαντασιακούς ή βιολογικούς.  Αρχικά, στην Ευρώπη  πολύ λίγα κράτη (για παράδειγμα η Γαλλία) υιοθέτησαν αυτή την επιλογή για την πολιτική και εθνική ένταξη. Σήμερα ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να προσανατολίζεται όλο και περισσότερο προς τις λογικές του εδάφους και όχι του αίματος όσον αφορά τα θέματα της υπηκοότητας.
Για τη χώρα μας, όμως, η συγκεκριμένη απόφαση ξεπερνά τη διάθεση για προσαρμογή στην κοινή ευρωπαϊκή πολιτική. Αποτελεί μία πράξη ενηλικίωσης του σύγχρονου ελληνικού κράτους και σηματοδοτεί τη ρήξη με δομικά προτάγματα της νεότερης ελληνικής εθνικής ιδεολογίας όσον αφορά τον εθνικό εαυτό. Πλέον, η υπαγωγή στην εθνική ταυτότητα δεν υπαγορεύεται από – ούτως ή άλλως – αμφισβητήσιμους βιολογικούς παράγοντες, αλλά είναι μία πράξη υπεύθυνα πολιτική, συνισταμένη κοινωνικών, παραγωγικών και πολιτισμικών προϋποθέσεων. Θεωρείται δεδομένο ότι  θα ήταν εξαιρετικά αφελές να υποθέσει κανείς ότι αυτή η διαδικασία «ελληνοποίησης» θα συντελείται δίχως συγκεκριμένες προϋποθέσεις και προαπαιτούμενα. Κάτι τέτοιο θα έπληττε αντί να ενισχύει την κοινωνική συνοχή, η οποία είναι ένας εκ των στόχων του υπό συζήτηση νομοσχεδίου. Και αν οι έννοιες της ευθύνης και της συνείδησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ένταξη στη συλλογικότητα των Ελλήνων, καθώς και αυτές της αξιοκρατίας και της ισότητας των ευκαιριών ως υποχρέωση της κρατικής λειτουργίας είναι απολύτως προφανείς, υπάρχει και η έννοια της συμμετοχής στην κοινωνική, παραγωγική και πολιτισμική ζωή του τόπου, που αποτελεί το σημαντικότερο στοίχημα του νέου νομοσχεδίου. Οι νέοι που θα αποκτούν την ελληνική ιθαγένεια, αφού θα έχουν γεννηθεί εδώ, θα πρέπει να είναι ενεργοί πολίτες, οι οποίοι θα αγαπούν τη χώρα τους και θα νοιάζονται γι’ αυτή. Θα είναι πατριώτες με την έννοια του Συνταγματικού Πατριωτισμού  του Habermas, ο οποίος ξεπερνώντας τις καταγωγές και τα αμφιβόλου προέλευσης γονίδια, τοποθετεί την Ιδιότητα του Πολίτη σε βάσεις εξόχως πολιτικές. Πλέον η ευθύνη απέναντι στην πατρίδα και το κοινωνικό σύνολο, ο σεβασμός των νόμων και του τρόπου λειτουργίας του Κράτους καθώς και η έγνοια για την κοινωνική συνοχή καθίστανται οι κύριες συνιστώσες της ορθής πολιτικής συμπεριφοράς, αλλά και οι προϋποθέσεις για την ένταξη στη συλλογικότητα των Ελλήνων.  
Μέσα από το πρίσμα αυτό,  η απάντηση στο ψευτοδίλημμα για το κατά πόσο «γεννιόμαστε ή γινόμαστε Έλληνες» περνάει σε δεύτερη μοίρα. Σημαντικότερη είναι η θέλησή μας να ζούμε αρμονικά μαζί με τους άλλους συμπατριώτες μας, ασχέτως καταγωγής, χρώματος ή θρησκείας, να μοιραζόμαστε τα ίδια όνειρα, προσδοκίες και επιδιώξεις μαζί τους και να δουλεύουμε για το καλό και τη προκοπή αυτού του τόπου.

O Γιώργος Νικολάου είναι Επίκουρος Καθηγητής Διαπολιτισμικής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων