Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Τάτσης Αποστολίδης: Από την ΕΠΟΝ στην κορυφή της μουσικής

Έφυγε από τη ζωή, τη Δευτέρα στην Αθήνα, ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες μουσικούς, ο βιολιστής Τάτσης Αποστολίδης. Τη ζωή την τίμησε όσο μπορούσε αυτός ο Ζαγορίσιος Γιαννιώτης, κι αν σήμερα γράφουμε κάτι γι’ αυτόν δεν είναι για να τον τιμήσουμε, αλλά ακριβώς για να τιμήσουμε τους εαυτούς μας, να μάθουμε κάτι για τη ζωή, μέσα από τη ζωή ενός άξιου ανθρώπου.
Ο Τάτσης Αποστολίδης γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1928, γιος του γιατρού Πέτρου Αποστολίδη- μετέπειτα δημάρχου των Ιωαννίνων το διάστημα κυριαρχίας στα Γιάννενα του ΕΑΜ (Δεκέμβρης 1944- Μάρτιος 1945)- και της Αθηνάς Καππά, κόρης γνωστής αστικής οικογένειας της πόλης.
Ο Τάτσης θα σπουδάσει από τα παιδικά του χρόνια στα Γιάννενα βιολί για να καταλήξει μεταπολεμικά και μέχρι τις μέρες μας ο σημαντικότερος βιρτουόζος βιολιού με διεθνή αναγνώριση. Το μουσικό του βιογραφικό είναι θα λέγαμε και το πιο γνωστό: Μετά το Ωδείο στα Γιάννενα και αφού τελειώνει τη Ζωσιμαία το 1946 κατεβαίνει στην Αθήνα και σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών το διάστημα 1948 - 1954 στην τάξη του Γ. Λυκούδη από όπου πήρε και το δίπλωμά του με πρώτο βραβείο. Εκεί θα γνωρίσει και τον Μίκη Θεοδωράκη με τον οποίο θα παίξει πολλές φορές όπως και με τον Μάνο Χατζιδάκι αργότερα. Θα φύγει το 1957 στο Παρίσι, με κρατική υποτροφία και τη βοήθεια της οικογένειάς του, κάνοντας σπουδές με τον παιδαγωγό Ζορζ και τον βιολονίστα Χένρικ Σέρινγκ. Στη Διεθνή Ακαδημία της Νίκαιας βραβεύεται με το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας το 1960, οπότε επιστρέφει στην Ελλάδα και ξεκινάει την καριέρα του. Θα μετάσχει στη Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, ιδρυτικό μέλος στο «Ελληνικό Κουαρτέτο», και εκατοντάδες συναυλίες ως σολίστ στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το 1978 αναλαμβάνει την Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών, ιδρύει τη Μικρή Ορχήστρα Εγχόρδων, συμμετέχει σε πολλές άλλες ορχήστρες (Ελληνική Καμεράτα, σύνολο «Μαρσίας», Ορχήστρα των Χρωμάτων, Συμφωνική Ορχήστρα ΕΡΤ και Κρατική Ορχήστρα Αθηνών). Θα συμμετάσχει σε πολλές ηχογραφήσεις, θα βγάλει 8 δίσκους και θα παρουσιάσει σε πρώτη εκτέλεση πολλά έργα για βιολί.
Ιδιαίτερο κεφάλαιο της καριέρας ήταν η διδασκαλία στο Ωδείο Αθηνών, από το 1955 ως και το 2003 βγάζοντας σημαντικούς μουσικούς. Εμφανίστηκε τελευταία φορά στην τιμητική συναυλία της ΚΟΑ τον Νοέμβριο του 2008, ενώ τον Μάρτιο του 2007 είχε διοργανωθεί τιμητική συναυλία στην Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, χωρίς τη μεγάλη συμμετοχή του γιαννιώτικου κοινού. Τα σύγχρονα άλλωστε Γιάννενα, και ειδικά οι τοπικές αρχές μοιάζουν να τον έχουν ξεχάσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μεγαλύτερο μέρος του τοπικού Τύπου δεν ανέφερε τον θάνατό του ως και τρεις μέρες μετά, παρά την ευρεία δημοσιότητα στον αθηναϊκό Τύπο (ενδεικτικά εδώ).

Εκλεκτός άνθρωπος

Ο Τάτσης Αποστολίδης ήταν μια ιδιαίτερη προσωπικότητα, ένας εκλεκτός άνθρωπος, όπως μου είπε ένας από τους πολλούς του φίλους στα Γιάννενα. Αν θέλουμε να μάθουμε κάτι γι’ αυτήν την προσωπικότητα, πρέπει να δούμε πώς μεγάλωσε, το οικογενειακό του περιβάλλον και την εφηβική του δράση στην ΕΠΟΝ κατά την Κατοχή στα Γιάννενα. Άλλωστε και ο ίδιος σε εκείνα τα πρώτα χρόνια της ζωής του γυρνάει αυτοβιογραφούμενος μέσα από τη λογοτεχνία, στο πολύ καλό βιβλίο που εξέδωσε το 2001 από τον Κέδρο «Δεκαπέντε ιστορίες και μια βόλτα με ποδήλατο». Όπως ο Πολίτης Κέιν του Όρσον Ουέλς, αναζητά στο τέλος το μυστικό της ζωής, σε ένα θαμμένο στο χιόνι παιδικό έλκηθρο, τον «ροδανθό» της παιδικής του ηλικίας, έτσι κι ο Αποστολίδης στο βιβλίο του, με αφαιρετικό ύφος και γεμάτη συγκίνηση ματιά, ανασύρει μικρές ψηφίδες της εφηβικής ζωής του, που φαίνεται ότι τον ακολούθησαν σε όλο το ενήλικο βίο έκτοτε.
Για το οικογενειακό περιβάλλον, διαθέτουμε ευτυχώς ένα μοναδικό τεκμήριο, τα απομνημονεύματα του πατέρα του, Πέτρου. Δημοσιεύτηκαν σε δύο τόμους, από τον Κέδρο το 1981 και το 1983 υπό τον γενικό τίτλο «Όσα θυμάμαι». Ο Πέτρος Αποστολίδης (1896- 1988) περιγράφει στον πρώτο τόμο με υπότιτλο «Γκαρνιζόν Ουσάκ 1922- 1923» τη συμμετοχή του ως στρατιωτικού γιατρού στον Μικρασιατικό πόλεμο. Με θαυμάσια περιγραφή αναφέρεται σε μια δραματική πτυχή της ελληνικής ιστορίας, όντας ο ίδιος πρωταγωνιστής. Αιχμάλωτος των Τούρκων, αντικρίζει το φάσμα του θανάτου, έχει όμως και τη δυνατότητα να δει τα προβλήματα του ελληνικού στρατού και τη βία που ασκεί κι αυτός στον τοπικό πληθυσμό. Πάνω όμως απ’ όλα φαίνεται να διαμορφώνει εκεί στον πόλεμο, μια βαθιά ανθρωπιστική ιδεολογία και μια στάση ζωής κατά του πολέμου. Αυτός ο τόμος θα βραβευθεί με βραβείο Ιπεκτσί το 1983 στην Κωνσταντινούπολη.
Ο άλλος τόμος με υπότιτλο «Η συνέχεια 1900- 1922 και 1923- 1969» περιγράφει τη ζωή στα Γιάννενα προσφέροντας μοναδικές πληροφορίες για την κοινωνική και πολιτική κατάσταση. Σταθμοί στη ζωή του Πέτρου Αποστολίδη μετά τον πόλεμο είναι δύο, το 1924 και το 1944. Έχοντας ως φοιτητής παρέες βενιζελικής ατμόσφαιρας και με την αντιπολεμική ιδεολογία που του «προσφέρει» ο πόλεμος, στα Γιάννενα έρχεται, μετά την επιστροφή του το 1923, σε επαφή με τους ντόπιους κομμουνιστές. Τον Δεκέμβριο του 1924 γίνεται η πρώτη σοβαρή επίθεση της χωροφυλακής στον τοπικό κομμουνιστικό πυρήνα. Συλλαμβάνονται τα στελέχη του τοπικού συνδέσμου Παλαιών Πολεμιστών, της οργάνωσης δηλαδή των βετεράνων του μικρασιατικού, που θεριεύει εκείνον τον καιρό ζητώντας ψωμί και γη για τους πολεμιστές αγρότες και εργάτες που έχουν γυρίσει από το μέτωπο. Παράλληλα η μπολσεβικοποίηση του ΚΚΕ (αλλάζει όνομα από το ΣΕΚΕ που ήταν πριν), η άνοδος του εργατικού κινήματος και η ρευστή πολιτική κατάσταση (μαζί με την άθλια κατάσταση των οικονομικών), δημιουργούν το πλαίσιο για την ανάπτυξη ενός κρατικά οργανωμένου αντικομμουνισμού, ο οποίος και θα θεσμοποιηθεί τα αμέσως επόμενα χρόνια (παγκαλική δικτατορία, ιδιώνυμο κλπ). Ανάμεσα στους συλληφθέντες και ο γιατρός Αποστολίδης, αλλά και ο ποιητής Γιοσέφ Ελιγιά. Ο Αποστολίδης θα γλυτώσει την καταδίκη και την εξορία, θα αποκτήσει όμως «φάκελο» που θα τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή- ανάμεσα στα «εγκλήματά» και το διάβασμα ενός βιβλίου του Λένιν.
Τον Δεκέμβριο του 1944 ο Πέτρος Αποστολίδης θα ανακηρυχθεί από τα εργατικά σωματεία, δήμαρχος της πόλης, μόλις αναλάβει την εξουσία το ΕΑΜ. Θα χρειαστεί όμως να πάμε λίγες μέρες πριν μέχρι να φτάσουμε σε αυτό το σημείο, ώστε να συναντήσουμε και τον Τάτση, που μπαίνει κι αυτός με θέρμη στη μεγάλη περιπέτεια της Ιστορίας.

Στην ΕΠΟΝ

Ο Τάτσης είναι ήδη από τους πρώτους στην ΕΠΟΝ το 1943, μαθητής ακόμα. Γράφανε χειρόγραφες προκηρύξεις και τις μοιράζανε. «Ο Κώστας Σφήκας προς την πλατεία, εμείς προς τη Βηλαρά» μας έλεγε πριν από λίγο στο τηλέφωνο ο Σπύρος Σπέγγος από τις πιο γνωστές προσωπικότητες της πόλης μας σήμερα. Από τότε χρονολογείται και η στενή, αδελφική σχέση του Σφήκα με τον Αποστολίδη. Ο Κώστας Σφήκας (δεξιά στη φωτογραφία) δεν είναι άλλος από τον σπουδαίο κινηματογραφιστή, οι εικαστικές ταινίες του οποίου έφεραν το ελληνικό σινεμά λίγο περισσότερο προς τη μεριά της τέχνης. Πέθανε πριν από λίγες μέρες στις 24 Μαΐου 2009 (εδώ). Είχε γεννηθεί το 1927 στην Αθήνα. Στην Κατοχή, τον έφερε στα Γιάννενα ο παππούς του που ήταν διευθυντής στο τοπικό Ταχυδρομείο, για να τον σώσει από την πείνα της πρωτεύουσας.
Ο Τάτσης Αποστολίδης θα ανέβει στο βουνό την άνοιξη του 1944 και λίγες μέρες μετά θα ανέβει και ο Σπύρος Σπέγγος και θα συναντηθούν στο Καπέσοβο. Θα πάρουν το δρόμο τους μέσα στον αγώνα της ΕΠΟΝ. Ο Σπύρος θα πάει στο τυπογραφείο στο Βραδέτο και ο Τάτσης, με το ψευδώνυμο Ρήγας πια (ενδεικτικό της μόρφωσής του ίσως το ψευδώνυμο) θα ενταχθεί στο πολιτιστικό τμήμα της οργάνωσης. Αυτός θα παίζει βιολί και μια Επονίτισα, η «Χαραυγή» θα απαγγέλει ποιήματα.
Τα Γιάννενα απελευθερώνονται στις 15 Οκτωβρίου 1944 και οι δυνάμεις του ΕΔΕΣ μπαίνουν στην πόλη. Ο Τάτσης γυρίζει και συμμετέχει στις δραστηριότητες της ΕΠΟΝ τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο. Η έναρξη των Δεκεμβριανών στην Αθήνα όμως, αλλάζει δραματικά και την κατάσταση στα Γιάννενα. Χωρίς να προσδιορίζει ακριβώς την ημερομηνία μέσα στον Δεκέμβρη, ο Πέτρος Αποστολίδης περιγράφει στα απομνημονεύματά του, πώς ο ΕΔΕΣ ζητάει να συλλάβει το γιο του, και τελικά πάνε μαζί, στις 2 τη νύχτα και οι δύο στο τμήμα. Θα κλειστούν μαζί με εκατοντάδες άλλους Γιαννιώτες της εαμικής παράταξης, στη φυλακή του Αγίου Κοσμά (εκεί που σήμερα είναι ο ΟΤΕ στην 28ης Οκτωβρίου). Ο ΕΛΑΣ θα επιτεθεί στην πόλη στις 21 Δεκεμβρίου και μετά από φονικές μάχες θα την καταλάβει εκδιώχνοντας τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ. Στις 28 Δεκεμβρίου θα μπουν στην πόλη ο Σαράφης και ο Άρης και θα φωτογραφηθούν από τον Κώστα Μπαλάφα, στις εμβληματικές φωτογραφίες που δημοσίευσε πολύ αργότερα στο λεύκωμα «Το Αντάρτικο στην Ήπειρο» (Γιάννινα 1991). Ο Αποστολίδης όμως δεν είναι ακόμα στην πόλη.
Πατέρας και γιος, ακολούθησαν ως όμηροι, με τα πόδια, τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ που υποχωρούσαν στην Πρέβεζα. Οι περισσότεροι όμηροι θα βρεθούν στην Κέρκυρα λειτουργώντας ως «ανάχωμα» στις διαπραγματεύσεις μετά τον Δεκέμβρη- ομήρους θα κρατήσει με τη σειρά του και ο ΕΛΑΣ στις ίδιες ακριβώς φυλακές στα Γιάννενα.
Ο Πέτρος και ο Τάτσης θα γλυτώσουν χάρη σε έναν χωροφύλακα που τους γνώριζε, και δεν θα φύγουν για την Κέρκυρα. Θα γυρίσουν με τα πόδια στα Γιάννενα μετά από λίγες ημέρες (συναντώντας τυχαία και τον Άρη με τους μαυροσκούφηδες) και στη διαδρομή ο Πέτρος Αποστολίδης θα μάθει ότι εκλέχτηκε δήμαρχος της πόλης.
Στο «Όσα θυμάμαι» θα περιγράψει με λεπτομέρειες τη σύλληψή τους στα Γιάννενα και την αρχή της ομηρείας (σελίδες 233- 240). Ένα απόσπασμα από την αρχή της πορείας προς την Πρέβεζα:
«Μας διατάζουν να ανέβουμε στα αυτοκίνητα. Διαμαρτυρόμαστε. Οι Γερμανοί μας έλεγαν και παίρναμε κουβέρτες, εσείς που μας πάτε γυμνούς; - Τώρα θυμηθήκατε; Δεν γίνεται τίποτα. Ανεβείτε πάνω. -Πού πάμε; Σταματάμε σ’ ένα γεφυράκι δεξιά στο δρόμο πριν απ’ το Τέροβο, μας κατεβάζουν, περνάμε το γεφυράκι και παίρνουμε το μονοπάτι, ένας ένας, σε μια απότομη πλαγιά, όλο χαλίκια».

Στο διήγημα «Πέτρου και Αθηνάς» από το βιβλίο του, ο Τάτσης Αποστολίδης θα θυμηθεί και την άλλη σύλληψή τους, λίγα χρόνια πριν, από τους Γερμανούς (στο "Όσα Θυμάμαι " η σκηνή αυτή περιγράφεται στις σελίδες 207- 210):
«Αυτήν ακριβώς τη στιγμή έπαψε να αναπνέει. Το χέρι του παγωμένο δεν δίνει γνωριμιά. … Τότε, με κρατούσε από το χέρι σφιχτά και πηγαίναμε. Ξημέρωνε με κόπο, τα μάτια δάκρυζαν από το κρύο, καίγανε από την αϋπνία. Ομίχλη έπνιγε την πόλη. Βαδίζαμε ανάμεσα στους ξένους φρουρούς. Κάποιος ψιθύρισε: «Γιατρέ, πού μας πάνε;». «Μάλλον για εκτέλεση» είπε. Κρατούσε το χέρι μου, το βλέμμα του καρφωμένο ίσια μπροστά. Δεν φοβόμουνα. Ήμουν παιδί κι ήταν εκεί».
Θα ακολουθήσουν πολλές φυλακές και εξορίες για τον πατέρα, ο γιος όμως, ο Τάτσης θα βρει το δρόμο του στη μουσική. Ίσως γιατί μόνο η τέχνη ξέρει να λυτρώνει. Και να «θυμάται» με τον δικό της τρόπο.