Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

Ευρωεκλογές 2009: Κρίση εκπροσώπησης εν μέσω θέρους


Μια «γκρίζα» ζώνη αναποφάσιστων και δυσαρεστημένων πολιτών υπονομεύει αυτές τις μέρες τις δημοσκοπήσεις και ταράζει τον ύπνο των κομμάτων. Κάτω από τις αναλύσεις για την αποχή, τις εκδρομές στη θάλασσα ή τη «χαλαρή» ψήφο των ευρωεκλογών, κανείς δεν σκάβει λίγο ακόμα για να αναδείξει τη βαθιά απογοήτευση των ανθρώπων για το δύστηνο κοινωνικό περιβάλλον, την απογοήτευση από τις πολιτικές δυνάμεις που διαχειρίζονται την κυβερνητική εξουσία, το φόβο και την ανασφάλεια που γεμίζει τις ψυχές του κάθε νοήμονα κατοίκου αυτής της χώρας όταν σκέφτεται το μέλλον.
Στην πράξη, όλη η προεκλογική καμπάνια των κομμάτων, ειδικά των δύο μεγάλων, στηρίζεται στην ουσία ακριβώς σε ένα σχέδιο κατάκτησης της ψήφου και διαχείρισης της δυσαρέσκειας όλων αυτών των ανθρώπων που δεν αντέχουν τη ζωή τους. Περί διαχείρισης πρόκειται και τίποτα παραπάνω. Καμιά προοπτική, κανένα σχέδιο ελπίδας, τίποτα που να αξίζει να πεις, ας πάει κι αυτή η ψήφος αν είναι για καλό.
Όλα τα άλλα, περί καταλληλότητας του ενός και του άλλου, καλής ή μη καμπάνιας, ικανότητας επικοινωνιακής ή όχι, είναι αέρας, φλούδα πολιτικής τακτικής και όχι πραγματικός καρπός πολιτικής ουσίας.
Ας λένε ό,τι θέλουν. Την Κυριακή θα καταγραφεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η δυσαρέσκεια των πολλών για τη διαχείριση της πραγματικότητας από τους λίγους.
Παρά τα όσα θα ειπωθούν και παρά τα όσα θα βγάλει η κάλπη, τα οποία πάντως θα περιμένουμε με άδολη αγωνία, τα συμπεράσματα έχουν βγει:

- Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ δεν πείθουν από μόνοι τους ότι μπορούν να κυβερνήσουν αυτοδύναμοι. Ελλείψει, προς το παρόν, σχεδίου για συγκυβέρνηση κι αφού ισχύουν κι όλα τα παραπάνω, αμφότερα τα δύο κόμματα, θα υποστούν τα αποτελέσματα της κρίσης διαμεσολάβησης του πολιτικού συστήματος το οποίο και υπηρετούν πιστά και οι δύο μετά το ’80. Με άλλα λόγια, ο πολύς κόσμος δεν πιστεύει ότι αυτά τα δύο κόμματα μπορούν να κυβερνήσουν τη χώρα. Οπότε στο μέλλον και μέχρι τις εθνικές εκλογές που σίγουρα θα είναι πρόωρες, ή θα αναδειχθεί το ζήτημα της συγκυβέρνησης ή θα μας κουράσει τόσο η «κάθοδος» της ΝΔ και η «άνοδος» του ΠΑΣΟΚ που θα δώσουμε στο δεύτερο το δικαίωμα να πλειοψηφήσει στη Βουλή με ένα 40% στην κάλπη. Όταν διοικούν τις πόλεις δήμαρχοι με 42% δεν είναι παράλογο να κυβερνούν κόμματα με μειοψηφικά ποσοστά. Είναι η θεωρία της «σταθερότητας» του πολιτικού σκηνικού που ενισχύει τέτοια φαινόμενα.
- Τα δύο κόμματα της αριστεράς, το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ, θα βγουν ενισχυμένα όχι τόσο στα ποσοστά (θα δούμε αν πιάσουν το άθροισμα 13% των προηγούμενων ευρωεκλογών), όσο σε… καταστάλαγμα. Αυτή τη φορά θα τους ψηφίσουν κυρίως όσοι τους ακολουθούν κιόλας. Ο «αέρας» της χαλαρής ψήφου αυτή τη φορά πάει στο νέο κόμμα των Οικολόγων- Πρασίνων. Το τι θα τους κάνουν τους αριστερούς ψηφοφόρους τους στο μέλλον ενόψει εθνικών εκλογών θα φανεί μετά την 7η Ιούνη. Πάντως άνευ κοινής προοπτικής, δύσκολα θα πείθουν εσαεί για τη μοναδικότητα της πρότασή τους.
- Οι Οικολόγοι- Πράσινοι θα βγάλουν ευρωβουλευτή και θα είναι και ευχαριστημένοι με ένα 4%. Φλερτάρουν με μεγαλύτερα ποσοστά ελέω γκάλοπ, η προκλητική τους αδυναμία όμως να κάνουν άλλη πολιτική πλην αυτήν της προσέλκυσης χαλαρών ψήφων, τους οδηγεί σε απίστευτα αδιέξοδα. Όπως έγινε με τον πανικό που τους έπιασε μόλις η ακροδεξιά τους επιτέθηκε για το «μακεδονικό». Πρώτη φορά κόμμα που έχει δίκιο, φοβάται τόσο και υποχωρεί μπροστά στον κίνδυνο μην και χάσει τη ψήφο των μικροαστών φίλων της ΝΔ. Τι θα κάνουν άραγε αν κληθούν να πάρουν αποφάσεις ρήξης με το σύστημα διακυβέρνησης;
- Ο ΛΑΟΣ, διάλεξε το δρόμο της κεντροδεξιάς με τον μετριοπαθή λόγο της ευρωπαΐστριας επικεφαλής του ψηφοδελτίου του. Αυτό μπέρδεψε τη βάση του, η οποία δεν καταλαβαίνει γιατί πρέπει να συγκατοικεί στην ίδια «πολυκατοικία» με τη ΝΔ. Οπότε, όποιον «αέρα» θα του έδιναν οι ευρωεκλογές, τον παίρνει τώρα ο Καραμανλής για να αυξήσει τη συσπείρωσή του. Και συνθήματα τύπου όχι στους λαθρομετανάστες δεν σε πάνε και τόσο μακριά όσο νομίζεις.
- Όσο για μικρότερους σχηματισμούς, η ΔΡΑΣΗ του Στέφανου Μάνου κάτι θα πάρει, κι αν αντέξει, θα παίξει ένα ρόλο σε μελλοντικές κυβερνήσεις συνεργασίας (αν γίνουν) ενώ το σχήμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ υποδηλώνει το τέλος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς όπως τη γνωρίζαμε μετά το ’90 και τονίζει την αποτυχία όλων των εγχειρημάτων που αναζήτησαν την ιδεολογική καθαρότητα της επανάστασης (με ή χωρίς εισαγωγικά) ως απάντηση στην κατάρρευση του εφαρμοσμένου σοσιαλισμού του 20ου αιώνα.
Υπό αυτήν της έννοια και εφόσον ισχύουν όλα αυτά που λέμε, παραμένει το ερώτημα: ποιος θα εκφράσει όλους και όλες αυτούς που δεν αντέχουν τούτη τη ζωή που τους έλαχε. Μάλλον όλοι μαζί, πάει να πει κανένας.