Κυριακή, 29 Μαρτίου 2009

Ο Πάγκαλος, το ΚΚΕ και η δεκαετία του '40

Πριν από μία εβδομάδα προέκυψε έντονη πολιτική αντιπαράθεση μετά από κάποιες δηλώσεις του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Θεόδωρου Πάγκαλου για το ΚΚΕ στον Εμφύλιο και μία επιστολή της Αλέκας Παπαρήγα προς τον Γιώργο Παπανδρέου.
Πέρα από το τι ειπώθηκε μεταξύ των δύο πλευρών, ένα ερώτημα που παραμένει είναι το ποιον αφορά εν τέλει σήμερα μια τέτοια αντιπαράθεση. Αν είσαι δηλαδή σήμερα 20 χρονών πόσο σε αφορά το τι έκανε ή τι θα μπορούσε να είχε κάνει το ΚΚΕ πριν από 60 χρόνια; Η καθημερινότητα άλλωστε της πλειοψηφίας των Ελλήνων σήμερα, λίγο μπορεί να επηρεαστεί από κόντρες που ανακύπτουν αίφνης στην κεντρική πολιτική σκηνή, όπως μάλιστα αυτές διαμεσολαβούνται από τα ΜΜΕ και ειδικά τα τηλεοπτικά. Αυτό οφείλουμε να το θυμόμαστε κάθε φορά που προκύπτουν μεγάλα δήθεν ζητήματα επί της οθόνης.
Ας δεχθούμε πάντως ότι υπήρξε κάποιο ουσιαστικό θέμα σε όσα έγιναν. Τα επιμέρους στοιχεία μπορεί να τα βρει κανείς στον Τύπο στις 23 και στις 24 Μαρτίου, θυμίζουμε όμως επιγραμματικά ότι ο Θεόδωρος Πάγκαλος (για το βιογραφικό του στην ιστοσελίδα του) είπε σε συνέδριο στη μνήμη του Γρηγόρη Φαράκου στο Ναύπλιο ότι αν το ΚΚΕ κέρδιζε στον εμφύλιο το 1949 θα σκότωνε στη συνέχεια αντιφρονούντες και μέλη του, για να απαντήσει στις 22 Μαρτίου η Αλέκα Παπαρήγα, επικεφαλής του ΚΚΕ, με επιστολή της στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Γιώργο Παπανδρέου, διαμαρτυρόμενη για αυτήν και άλλες δηλώσεις του κ. Πάγκαλου (ολόκληρη η επιστολή εδώ).
Και μόνο με την σύνοψη των όσων ειπώθηκαν κατανοεί κανείς ότι μια τοποθέτηση υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς θα προϋπόθετε και μία γνώση των ιστορικών γεγονότων. Δεν είναι αυτονόητο ότι γνωρίζουν όλοι τι έγινε το 1949 ώστε να…. προβλέπουν και τι θα γινόταν το 1950. Το πρόβλημα συνεπώς με τη δήλωση Πάγκαλου είναι ακριβώς ότι δεν εξηγεί πώς καταλήγει στην απόφανσή του. Με ποια δηλαδή τεκμήρια πιστεύει ότι το ΚΚΕ θα οδηγούνταν σε εξοντώσεις; Παραδόξως όμως και το ΚΚΕ στην ευγενική κατά τα άλλα επιστολή του, αποφεύγει να απαντήσει στον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ για το τι θα γινόταν αν νικούσε ο Δημοκρατικός Στρατός. Το να λες στην επιστολή: «Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο όταν η πολεμική προς το ΚΚΕ αντιγράφει, μιμείται ή και οικειοποιείται την πάλαι ποτέ αντικομμουνιστική υστερία, μισαλλοδοξία του παρελθόντος, που χρησιμοποιήθηκε από το ελληνικό κράτος, τις κυβερνήσεις, το θρόνο, για να στείλουν πατριώτες κομμουνιστές στο εκτελεστικό απόσπασμα, στις εξορίες και τα Μακρονήσια, με τις ευλογίες των ηγεσιών και των υπηρεσιών των ΗΠΑ» είναι γενικώς σωστό, αλλά επί των όσων έγιναν στον εμφύλιο και των όσων θέτει δημόσια ο βουλευτής, δεν λέει τίποτα.
Η αλήθεια όμως είναι ότι ούτε το ΚΚΕ, ούτε ο Θ. Πάγκαλος, ούτε κανένας άλλος, ξέρει τι θα γινόταν στην Ελλάδα αν κέρδιζαν οι «κόκκινοι». Μόνο εκτιμήσεις μπορούν να γίνουν, βάσει όμως στοιχείων που αφορούν άλλες περιστάσεις κι άλλες συνθήκες, όπως για παράδειγμα τι έγινε στην Ελλάδα κατά την Κατοχή ή τι έγινε στην Ανατολική Ευρώπη μετά την επικράτηση των κομμουνιστικών κομμάτων μεταπολεμικά. Ακριβώς, λοιπόν επειδή τα ερωτήματα που ξεκινούν με το «αν» στην επιστήμη της Ιστορίας είναι αδόκιμα, δεν απαντώνται κιόλας.
Στην πολιτική πάντως μπορείς να εκφέρεις απόψεις κι αυτό έκανε ο κ. Πάγκαλος- κι είναι κρίμα που δεν έχουμε πρόσβαση στο σύνολο της ομιλίας του για να έχουμε σφαιρικότερη γνώμη. Μίλησε μάλιστα σε ακαδημαϊκό συνέδριο, όπου πάντα υπάρχει μια μεγαλύτερη δυνατότητα για ελεύθερο λόγο. Στις απόψεις απαντάς κατά τη γνώμη μου με άλλες απόψεις. Και σίγουρα δεν είναι «αντικομμουνιστική» η άποψη Πάγκαλου. Δεν τεκμηριώνεται από πουθενά ο αντικομμουνισμός. Τίποτα δεν εμποδίζει, συνεπώς το ΚΚΕ να κάνει ένα συνέδριο για το έργο του Γρηγόρη Φαράκου, τα διακυβεύματα του εμφυλίου ή όποιο άλλο θέμα αντίστοιχο. Κι εκεί θα φωτιστούν και οι διαφορετικές απόψεις.
Προσωπική μου άποψη, πάντως είναι ότι ο Θ. Πάγκαλος λανθάνει τελικά, επειδή δεν λαμβάνει υπόψη του όλα τα δεδομένα. Επιλέγει έναν κοινό τόπο περισσότερο, αυτόν του «αν κέρδιζε το ΚΚΕ θα γινόμασταν Αλβανία» που λένε πολλοί.
Δεν είναι σίγουρο όμως ότι ένα νικηφόρο ΚΚΕ μετά τον εμφύλιο θα μετατρεπόταν κατ’ ανάγκη σε ένα πανομοιότυπο του ΚΚΣΕ. Μια άλλη προοπτική για παράδειγμα στο πολιτικό σύστημα της Ελλάδας με τη νίκη του ΔΣΕ, θα μπορούσε να κινητοποιήσει τις δυνάμεις της αριστεράς στην Ελλάδα και στην Ευρώπη (στην Ιταλία και τη Γαλλία για παράδειγμα) σε μια νικηφόρα αναθεώρηση της αριστερής πολιτικής πέρα από τις διδαχές του σταλινισμού (όπως εφαρμόστηκαν μάλιστα αυτές στην Ουγγαρία του ’56 ή την Πράγα του ’68). Αυτή η υπόθεση εργασίας που κάνω εδώ, αξιολογικά, στέκεται όσο τουλάχιστον τεκμηριώνεται και η πρώτη άποψη για το ΚΚΕ και το '49.
Ξεφεύγω όμως από αυτό που από την αρχή ήθελα να πω. Πιστεύω ότι όλη αυτή η συζήτηση που έχει ξεκινήσει μετά το 2000 για τη δεκαετία του ’40, (ενδεικτικό είναι ένα μεγάλο αφιέρωμα που έκανε πρόσφατα η Καθημερινή, εδώ), μπορεί να αποβεί χρήσιμη στο δημόσιο διάλογο για την Ιστορία, άρα και για την κοινωνική αυτοσυνειδησία, γιατί κάνει ένα βήμα μπροστά από εκείνο που είχε γίνει τη δεκαετία του ’80.
Μετά το 1981, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ (με τη στήριξη της αριστεράς και σήμερα πια και με τη στήριξη της ΝΔ) και το τέλος των διαχωρισμών των πολιτών σε μιάσματα και μη (διαδικασία που νομικά ακόμα ολοκληρώνεται με διάφορα θεσπίσματα όπως η άδεια περιπτέρου και στους αναπήρους του ΔΣΕ) βοήθησε στην ωρίμανση της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας μας αποδίδοντας τον τίτλο του πολίτη σε όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες. Αυτό δεν γινόταν ως το 1974, κάτι που δεν γνωρίζουν οι σημερινοί νέοι.
Αυτή η φάση όμως, όσο σπουδαία πολιτικά αποτελέσματα κι αν είχε, οδήγησε με τον τρόπο της και σε μία ηθικολογική αντιμετώπιση των ιστορικών γεγονότων της δεκαετίας του ’40. Το «όλοι αδέλφια είμαστε» και το «όχι στον εμφύλιο» μπορεί να είναι ωραία συνθήματα και μακάρι να τα κάνουμε στο μέλλον πράξη, αλλά για τη μελέτη της ιστορίας δεν αποτελούν σοβαρά μεθοδολογικά εργαλεία.
Ο καιρός πέρασε και οι νέες εποχές δίνουν τη δυνατότητα και για νέες θεωρήσεις. Το κρίσιμο συνεπώς ζήτημα δεν είναι απλώς να επικρατήσει ένα fair play ας πούμε στην πολιτική σκηνή και να μην λέει το κάθε κόμμα ό,τι θέλει για το άλλο (όπως ας πούμε έγινε με εκείνο το περίφημο «χάιδεμα» των κουκουλοφόρων που απευθύνθηκε προς τον ΣΥΡΙΖΑ από πέραν της μίας πλευρές), αλλά αντίθετα να βαθύνει κι άλλο ο διάλογος. Με στοιχεία, γνώση, άποψη. Και υπό αυτήν την έννοια καλό θα ήταν να συνεχιστεί ο διάλογος Πάγκαλου- ΚΚΕ και να πάρουν κι άλλοι θέση. Για το 1949, το 1989 ή όποια άλλη ιστορική περίοδο θέλουν. Κανείς δεν έχασε ποτέ από τον διάλογο.