Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2009

Γιατί είναι ακριβός ο καφές

Πόσο φτηνός πρέπει να είναι ο καφές; Πρόκειται για ερώτημα που μας απασχολεί ως κοινωνία τα τελευταία χρόνια. Έχουμε λύσει άλλα ζωτικότερα προβλήματα όπως η υγεία, η παιδεία ή η ανεργία και μας απέμειναν τα ελάσσονα όπως η τιμή του καφέ.
Το «πάμε για έναν καφέ» στη χώρα μας υποδηλώνει έναν ολόκληρο κόσμο με πολλές πτυχές. Πάμε για καφέ για να τα πούμε, για να γνωρίσουμε κάποιον, για να δειχτούμε, για να ξοδέψουμε τον άπλετο ελεύθερο χρόνο μας, για να ξεπεράσουμε την πλήξη, για να ξεφύγουμε από το καθημερινό άγχος- ο καθένας και η καθεμιά μπορεί να συμπληρώσει κι άλλα πολλά.
Φαίνεται ότι προηγήθηκε αυτή η τάση του συνευρίσκεσθαι και ακολούθησαν οι επιχειρηματίες που επένδυσαν στις καφετέριες. Και το θέμα πήρε το δρόμο του αφού στη συνέχεια επιλέγαμε όχι απλώς να πάμε για καφέ αλλά και το πού θα πάμε, και τι θα καταναλώσουμε εκεί που θα πάμε και τι θα πληρώσουμε ακόμα ακόμα. Γιατί και το τι πληρώνεις υποδηλώνει την καταναλωτική σου ευμάρεια και τη θέση σου μέσα στο κοινωνικό σύστημα.
Το πάμε για καφέ συνδυάστηκε επίσης με μια εποχή προσδοκιών. Με μια περίοδο δηλαδή μετά το ’80 και ως τα τέλη του ’90 όπου πολύς κόσμος ένιωθε ότι υπάρχουν δυνατότητες στο μέλλον, ότι τα πράγματα θα κάνε καλά.
Το θέμα δηλαδή δεν είναι, ούτε ήταν, το γιατί νέα παιδιά (ως και 30 και 35 χρονών δηλαδή… νέα παιδιά) περνάνε δύο και τρεις ώρες σε μια καφετέρια πίνοντας τον ίδιο καφέ και στέλνοντας SMS. Υπήρχε ο πλούτος ή η αίσθηση ότι θα υπάρχει πλούτος που θα επιτρέπει τέτοιους είδους σπατάλη χρόνου. Είναι η ίδια αίσθηση ότι όλα θα βολευτούν στο τέλος, άντε και με λίγη βοήθεια από τον τοπικό βουλευτή ή τον κουμπάρο που «έχει άκρες». Η ίδια αίσθηση που έφερε στο προσκήνιο τα γνωστά υποκοριστικά: Θα βρούμε μια δουλίτσα, θα παντρευτούμε μια γυναικούλα και θα κάνουμε ένα σπιτάκι (πάνω διαμέρισμα, κάτω μαγαζί) κι άντε κι ένα παιδάκι.
Ακόμα και χωρίς τη ναφθαλίνη του μικροαστισμού παλιότερης κοπής, αυτά παρέμειναν σταθερές για την ελληνική κοινωνία. Ακόμα και τότε που ο καφές, η έξοδος και η ψυχαγωγία απέκτησαν τρέντι εκδοχές, ανάλογες με αυτές στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες (τότε που εισήλθε δηλαδή και ο καπουτσίνο ως ποικιλία) το όραμα του «βολέματος» παρέμεινε σταθερό. Κι ακόμα χειρότερα… Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν επιτέλους ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας οι οπαδοί του λιγότερου κράτους, αποδείχτηκε ότι το μόνο που ήθελαν ήταν να… διοριστούν στο δημόσιο ή να πάρουν καμιά επιδότηση (και να μην την επιστρέψουν ποτέ πίσω).
Ο καφές εν Ελλάδι που θα έλεγε και ο Ηλίας Πετρόπουλος παλιότερα υπενθύμιζε έναν άλλο τρόπο ζωής που είχε στο επίκεντρο τον άνθρωπο. Σήμερα τονίζει τη συλλογική ενόραση ενός κόσμου στον οποίο κυριαρχεί ο «επιτυχημένος», ο καταφερτζής, αυτός που δεν έχει ανάγκη να δουλεύει γιατί τα έχει όλα σιασμένα όπως λέμε στην Ήπειρο. Όπου ακούτε συνεπώς κάποιον να ασχολείται με τον καφέ και με το πόσο ποιοτικός είναι ή πόσο ακριβός και τέτοια ανάλογα, δύο τινά συμβαίνουν: Ή δεν έχει άλλη δουλειά να κάνει ή είναι επαγγελματίας γευσιγνώστης οπότε πάμε πάσο.
Κι ένα τελευταίο για την τιμή του καφέ: Ο καφές είναι ακριβός γιατί για πολλούς νέους ανθρώπους αποτελεί τη μοναδική τους διέξοδο για διασκέδαση. Σίγουρα θα μπορούσαν να βρουν κι άλλες επιλογές , κάποιες φτηνότερες ίσως. Όσο όμως παραμένει αυτό το "πάμε για καφέ" μια διέξοδος σε ένα δυσμενές κοινωνικό τοπίο, τότε θα κοστολογείται από τους επιχειρηματίες και διαφορετικά. Για όλους τους υπόλοιπους που έχουν κι άλλες διεξόδους ψυχαγωγίας, ε, ας μην πιουν καφέ. Ας πάνε σινεμά ή ας φτιάξουν ένα ιστολόγιον βρε αδερφέ…