Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

Σφραγισμένα χείλη και αποσιωπήσεις


Θεωρητικά στο σινεμά όλα πρέπει να ξεκινούν μπροστά στη λευκή οθόνη μόλις κλείσουν τα φώτα. Το τι ξέρουμε για την ταινία ή ποιες είναι οι αντιλήψεις μας για την τέχνη δεν θα πρέπει να έχουν καμιά σημασία, μπροστά σε μια νέα πρόταση που διεκδικεί το πλήρες ενδιαφέρον μας. Αντικειμενικά όμως, κάτι τέτοιο στον κόσμο μας δεν μπορεί να γίνει. Ειδικά στην εποχή μας, με τόση πληροφόρηση που έχουμε και τόσα μέσα στη διάθεσή μας, δύσκολα θα προσέλθουμε στην αίθουσα έτοιμοι να ανακαλύψουμε κάτι καινούργιο.
Με τα Σφραγισμένα Χείλη, μια ταινία που στηρίζεται στο πολύ επιτυχημένο παγκοσμίως βιβλίο «Διαβάζοντας στη Χάννα» (στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Κριτική), το πρόβλημα που έχει να λύσει ο θεατής γίνεται πιο πολύπλοκο.
Με το που αρχίζει η ταινία, το κοινό μοιράζεται σε αυτούς που έχουν διαβάσει το βιβλίο και σε αυτούς που δεν το έχουν διαβάσει. Το να έχεις διαβάσει το πολύ καλό βιβλίο του Μπέρναρντ Σλινκ (Bernhard Schlink), πέρα από το να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, όπως κάθε καλό βιβλίο σε κάνει, σου δίνει το πλεονέκτημα να γνωρίζεις και το τέλος της ταινίας, το κρυμμένο μυστικό της. Στην προκειμένη περίπτωση το κύριο σεναριακό εύρημα- το ότι δηλαδή η όμορφη 40χρόνη ερωμένη ενός 15χρονου στη Γερμανία αμέσως μετά τον πόλεμο, αποδεικνύεται πρώην δεσμοφύλακας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης-, ε, δεν είναι δα και τόσο ασήμαντο ώστε να το παραβλέψει κανείς εύκολα. Ευτυχώς στην Ελλάδα ακόμα και τα μπεστ σέλερ δεν τα διαβάζουν και πολλοί άνθρωποι, οπότε οι περισσότεροι δεν γνώριζαν από την αρχή τι θα γίνει στην ταινία. Βέβαια με την ανάπτυξη των πάσης φύσεως μέσων ενημέρωσης, τίποτα δεν μένει κρυφό, οπότε ας πούμε ότι πάνω κάτω οι μισοί θεατές ξέρουν πλέον τι θα δουν.
Επιμένω σε αυτό το σημείο γιατί είναι φανερό ότι θα αποτέλεσε πεδίο προβληματισμού και για τον ίδιο σκηνοθέτη όταν ανέλαβε την ταινία. Λίγο ότι η υπόθεση ήταν γνωστή, λίγο η απώθηση που έχει ένα μέρος του μαζικού κοινού σε ανθρώπινες ιστορίες για τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, δεν θέλει και πολύ να αποτύχεις. Και σίγουρα είναι ένα ζήτημα η φόρμα που θα επιλέξεις, ο τρόπος να παρουσιάσεις την ιστορία.
Ο σκηνοθέτης Στίβεν Ντάλντρι (Stephen Daldry) γνωστός από τον Μπίλι Έλιοτ, αλλά και τις Ώρες, είναι φανερό ότι γοητεύτηκε από τη συνάντηση των δύο ηρώων του, από αυτήν την τρομακτική όσο και πολύ ερωτική συνεύρεση δύο ανθρώπων που εξέφραζαν σε μία δεδομένη, ιστορική χρονική στιγμή, δύο ολόκληρους κόσμους. Η γυναίκα από τη μία, βγαίνει από τον πόλεμο στον οποίο συμμετείχε ενεργά ως τμήμα της πιο θηριώδους ρατσιστικής μηχανής που γέννησε η Ιστορία, τον ναζισμό, και προσπαθεί να ζήσει τη ζωή της. Ο νέος άντρας από την άλλη, θέλει με πάθος να ζήσει τη δική του ζωή και δεν νιώθει να τον βαραίνει η Ιστορία και οι επιλογές που έκανε η πατρίδα του. Μπορούν άραγε δύο τέτοιοι άνθρωποι να συνυπάρξουν; Η απάντηση είναι, ναι, μπορούν όσο είναι ερωτευμένοι. Ο έρωτας, η ίδια η ερωτική πράξη, απογυμνώνει τους ανθρώπους από όσα τους φορτώνει η κοινωνία και η θέση τους μέσα σε αυτήν. Είναι δύο κορμιά, δύο ψυχές που έχουν να αντιπαλέψουν μόνο η μία την άλλη. Γι’ αυτό και η ταινία στο πρώτο μέρος δίνει βάρος στον ερωτισμό στη "γύμνια" (άρα και την αθωότητα;) των ηρώων.
Κανείς όμως άνθρωπος στη μέχρι τώρα τουλάχιστον ιστορία της ανθρωπότητας, δεν υπήρξε μόνο ως σώμα και ως μία διαρκώς ανανεούμενη tabula rasa. Κουβαλάει μέσα του κι άλλες «εγγραφές» και πολλαπλές ταυτότητες, με κυριότερη αυτήν της κοινωνικής του θέσης, την πολιτική του ταυτότητα με άλλα λόγια.
Η ηρωίδα δεν είναι μόνο μια ερωτεύσιμη γυναίκα που έχει τη δυνατότητα να ανακαλύψει ξανά το σώμα της. Είναι και μια βασανίστρια σε στρατόπεδο εξόντωσης ανθρώπων. Ήταν μια υπάκουη υπάλληλος του κράτους θα πει στη δίκη της κι έκανε αυτό που της έλεγαν. Έκρινε τις καταστάσεις σύμφωνα με τη θέση της μέσα στο σύστημα και με τα εφόδια που διέθετε. Κι έτσι εισβάλλει με δύναμη το δεύτερο ερώτημα: Είμαστε οι επιλογές μας; Το ότι άλλοι μας επιβάλλουν αυτές τις επιλογές, μας απαλλάσσει και από τις ευθύνες;
Η Χάνα Σμιτς την οποία ερμηνεύει με πολύ καλή οικονομία υποκριτικών μέσων η Κέιτ Γουίνσλετ (Kate Winslet)- και γι’ αυτό της το ερμηνευτικό μέτρο νομίζω ότι πήρε τελικά και το όσκαρ- ήταν υπάλληλος σε ένα κρατικό σύστημα θανάτου και επιπλέον ήταν και αναλφάβητη σε βαθμό ώστε να μην μπορεί καν να διαβάσει μια διαταγή. Στην πράξη όμως, στην πραγματική ζωή, αυτό δεν σημαίνει τίποτα από τη στιγμή που κάποιοι άλλοι πληρώνουν με τη ζωή τους, αυτές της τις ιδιότητες.
Ο Μάικλ από την άλλη πλευρά- τον ερμηνεύει ωραία σε νεαρή ηλικία ο Ντέηβιντ Κρος (David Kross) και σε μεγάλη ο Ραλφ Φάινς (Ralph Fiennes)- ενηλικιώνεται μέσα στην αφέλεια του ερωτισμού στη σχέση του με τη Χάνα, συντρίβεται όμως από την πραγματικότητα όταν ως φοιτητής Νομικής πέφτει μετά από κάποια χρόνια, χωρίς να το γνωρίζει εκ των προτέρων, στη δίκη της Χάνας. Και τότε προφανώς και αποκωδικοποιεί καλύτερα τη συμπεριφορά της όταν ήταν μαζί, το σημαντικό όμως είναι ότι κατανοεί πια ότι κανείς δεν είναι αθώος του κόσμου τούτου. Ακόμα κι αυτός, από τη στιγμή που ξέρει, δεν μπορεί να παραμείνει ο ίδιος άνθρωπος που ήταν πριν. Όταν ξέρεις ότι η γυναίκα που ερωτεύτηκες σκότωνε κόσμο στον πόλεμο, τότε κάτι πρέπει να κάνεις. Δεν θα κάνει τίποτα τελικά. Θα είναι κάτι που θα κουβαλάει μαζί του και 30 χρόνια μετά. Ούτε οι άλλοι συμφοιτητές του θα κάνουν κάτι, ακόμα κι εκείνοι που κατάλαβαν το βάρος της συλλογικής ενοχής. Και ίσως το να μην κάνουν κάτι ήταν μια κρίσιμη πολιτική επιλογή στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια. Μέχρι πότε όμως θα λύνει (αν τα έλυσε τελικά) τα προβλήματα, η σιωπή;
Κι έτσι, τίθεται και το τρίτο ερώτημα: Υπάρχει συλλογική ευθύνη; Υπάρχει. Υπάρχει η υποχρέωση να γνωρίζεις την αλήθεια, να διαχειριστείς τις συνέπειές της και να βρεις τρόπο να λυτρωθείς, ατομικά και συλλογικά. Ο φασισμός δεν ήταν μία εκ των άνω επιβολή, αντίθετα χρειάστηκε τη συμμετοχή και των κάτω για να φτάσει στο σημείο να ονειρευτεί την πλανητική επιβολή το 1939. Οι Εβραίοι, οι πολιτικοί αντιφρονούντες, οι τσιγγάνοι ή οι ομοφυλόφιλοι που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα δεν ήταν ένα στιγμιαίο γεγονός που θα έπρεπε να ξεχαστεί και να περάσει στον κόσμο της σιωπής, με το που καταδικάστηκαν μερικοί πρωτεργάτες. Αντίθετα ήταν το αποτέλεσμα ολόκληρων ιδεολογικών συστημάτων και διαδεδομένων αντιλήψεων για τη φύση του ανθρώπου και της δημοκρατίας.
Αυτό το ερώτημα η ταινία το αγγίζει πιο αμήχανα σε σχέση με τα άλλα δύο που θέσαμε παραπάνω, αν και το κάνει με περισσότερο έκδηλο τρόπο θα λέγαμε κάποιες στιγμές, μέσω δηλαδή πολιτικοποιημένων διαλόγων μεταξύ των φοιτητών νομικής και του καθηγητή τους (Μπρούνο Γκανζ- Bruno Ganz) ή μέσω μορφασμών των κατηγορουμένων στη δίκη οι οποίοι δείχνουν να μην έχουν πειστεί για την ενοχή τους.
Η μορφοποίηση τέτοιων σημαντικών ζητημάτων είναι όντως ένα πολύ δύσκολο θέμα ειδικά για τον κινηματογράφο. Αντίθετα στη λογοτεχνία που ο αναγνώστης έχει την άνεση να σκεφτεί και να φανταστεί με τους δικούς του όρους, αρκεί συχνά μόνο να τίθενται τα ζητήματα από τον συγγραφέα. Τα υπόλοιπα τα καλύπτει η ανάγνωση.
Η ταινία επιχειρεί πάντως κάτι ανάλογο: Αφήνει τον ήρωα, μεσήλικα πια, να απομακρύνεται στο τέλος μαζί με την κόρη του αποφασισμένος να της πει την αλήθεια για τη ζωή του. Εμείς τους βλέπουμε να απομακρύνονται χωρίς να ακούμε τι λένε. Φανταζόμαστε μόνο, οπότε στην ουσία θέτουμε τις δικές μας ερωτήσεις. Πώς μιλάμε άραγε στα παιδιά μας για τον ναζισμό;
Και η Χάνα, έχοντας μάθει να διαβάζει στη φυλακή, θα καταλάβει με τα χρόνια ότι η ανάγνωση λυτρώνει με έναν ιδιόμορφο τρόπο. Μας φέρνει αντιμέτωπους με το είναι μας. Και το είναι διαμορφώνει τη συνείδηση όπως έλεγε κι ένας μεγάλος στοχαστής από εκείνα τα μέρη.
Το θέμα είναι ποιος την αντέχει αυτή τη συνείδηση...

* Σφραγισμένα χείλη- The reader, ΗΠΑ- Γερμανία 2008, 123’ Σκηνοθεσία: Στήβεν Ντάλντρι. Ηθοποιοί: Κέιτ Γουίνσλετ, Ραλφ Φάινς, Ντέηβιντ Κρος, Μπρούνο Γκανζ, Λένα Όλιν