Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

Τα φρουτάκια έρχονται πίσω


Κι όμως η πολιτική δεν σταματάει ποτέ. Η Ελλάδα θα αναγκαστεί ελέω ευρωδικαστηρίου και ελεύθερου ανταγωνισμού, τις επόμενες ημέρες να επιτρέψει ξανά τα «φρουτάκια», ένα παιχνίδι τζόγου δηλαδή με «μηχανάκια».
Σημειώνω δύο πράγματα:
Πρώτον, στην απαγόρευση πρωτοστατούσαν παλιότερα συντηρητικοί κύκλοι, κυρίως από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, αλλά και άλλων χώρων. Η απαγόρευση ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου ηθικολογίας η οποία έβλεπε παντού απάτες κατά του λαού, διαφθορά των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, απαξίωση και κομματισμό του κράτους και ειδικά της αστυνομίας, αύξηση της εγκληματικότητας, αλλοίωση της ελληνικής κοινωνίας από τους μετανάστες, ομογενοποίηση των πολιτισμών διά της Νέας Τάξης Πραγμάτων και της παγκοσμιοποίησης. Αυτό ήταν το κλίμα λίγο πριν και λίγο μετά το 2000, αυτή ήταν η Ελλάδα του μιλλένιουμ κι αυτή ήταν η ατμόσφαιρα που μεταξύ άλλων οδήγησε και στην κυβερνητική αλλαγή το 2004. Η ασφάλεια των πολιτών ήταν ένα κεντρικό προεκλογικό αίτημα του Καραμανλή.
Δεύτερον, τα «φρουτάκια» επανέρχονται μέσα σε κλίμα οικονομικής κρίσης και αναρωτιέται κανείς ποιος θα είναι εκείνος που θα παίζει μπροστά στο φάσμα της ανεργίας και της ανέχειας. Κι όμως, κι όμως…
Τα ηλεκτρονικά παιγνίδια τζόγου καλώς νομιμοποιούνται ξανά, αν θέλουμε να δούμε το ζήτημα από τη μεριά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ευρωπαϊκών κοινωνιών (και της Ελλάδας προφανώς) που στηρίζονται στο ατομικό δικαίωμα στην επιλογή. Βάσει ποιου νόμου πρέπει να στερείται κανείς το δικαίωμά του να χάνει όσα λεφτά θέλει στον τζόγο; Στο κάτω κάτω μπορεί να κερδίσει κιόλας. Και καλύτερα να του προσφέρουμε νόμιμο τζόγο σε καλές συνθήκες παρά να τον ωθούμε στα καταγώγια και την παρανομία.
Βέβαια με τα φρουτάκια είχε γίνει τραγέλαφος. Στα χωριά, που ο καφετζής είχε αγοράσει πανάκριβα το μηχάνημα, σιγά μην το άφηνε να δίνει τίμια πίσω κάποια χρήματα. Το «πείραζε» και δεν έδινε τίποτα ποτέ. Και φυσικά, το φαινόμενο είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις αφού φτωχοί άνθρωποι, άνδρες στην πλειοψηφία τους δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να χάνουν λεφτά σε ένα μηχάνημα.
Το ότι δεν γίνονταν έλεγχοι για τη νομιμότητα του παιχνιδιού, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να απαγορευτούν όλα τα ηλεκτρονικά παιχνίδια (μάλιστα είχαν απαγορευτεί σχεδόν τα πάντα που παίζονταν σε υπολογιστή). Όπως και το ότι ένα κοινωνικό φαινόμενο διογκώνεται δεν σημαίνει ότι αρκούν νομικές λύσεις για να το αντιμετωπίσεις. Δεκαετίες ολόκληρες η φτωχολογιά στην Ελλάδα έπαιζε τις ελπίδες της στο «χαρτί».
Κάνοντας την υπόμνηση ότι μια κοινωνία τεχνολογικά αναλφάβητη πάντα θα δαιμονοποιεί ό,τι είναι σε… οθόνη, να τονίσουμε ότι ο τζόγος αποτελεί σύμπτωμα βαθύτερων κοινωνικών παθογενειών. Κι όλες αυτές οι «σταυροφορίες του καλού» σπάνια επιτυγχάνουν κάποιον από το στόχο τους, κυρίως γιατί αδυνατούν να λύσουν τα βασικά προβλήματα των ανθρώπων (από τα υπαρξιακά μέχρι τα οικονομικά). Το ερώτημα που δεν απαντάνε οι «σταυροφόροι» είναι γιατί ένας άνθρωπος καταλήγει να ρισκάρει με τον τζόγο. Γιατί δεν επιλέγει να κάτσει σπίτι του ή να διαβάσει ένα βιβλίο (χα).
Από εκεί και πέρα, υπάρχει μια βασική φιλελεύθερη αντίληψη που λέει ότι είναι καλύτερα να νομιμοποιείς την παρανομία ώστε να την ελέγχεις περισσότερο και να μεταφέρεις παράνομους πόρους στα νόμιμα δημόσια έσοδα (το με ποια αστυνομία και ποιος ελεγκτικούς μηχανισμούς είναι άλλη κουβέντα). Μπορεί να είναι κι έτσι.
Σίγουρα ο παράνομος τζόγος ανήκει στο ίδιο σύμπαν της διακίνησης ναρκωτικών, του τράφικινγκ ή της εκμετάλλευσης μεταναστών. Μέχρι σήμερα όμως σε παγκόσμια κλίμακα, τα κράτη δεν έχουν αποδείξει ότι με τη νομιμοποίηση μπορούν να αλλάξουν τους συσχετισμούς. Και σίγουρα δεν έχουν αλλάξει τις συνειδήσεις των ανθρώπων που επιμένουν ακόμα να αναζητούν μαγικές λύσεις για τα καθόλου μαγικά προβλήματά τους.
Κρίσιμα διλήμματα…

Pazienza, βέβαια, On the Road, από την Βαβέλ το 1992