Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

Πίσω στη φωλιά του κούκου

Οι «τρελοί» δεν μπορούν να μιλήσουν, δεν έχουν δικαίωμα. Μέχρι πρότινος στη χώρα μας, τους είχαμε κλεισμένους στα άσυλα, τους βαράγαμε, τους πλέναμε με τις μάνικες (σήμερα στα Νέα υπάρχουν μερικές χαρακτηριστικές διηγήσεις). Αυτήν την κατάσταση η Πολιτεία πήγε να την αλλάξει. Καθυστερημένα και δειλά, αλλά στηριγμένη σε έναν ευρύ κύκλο γιατρών, νοσηλευτών και ειδικών ψυχικής υγείας και στη χρηματοδότηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων προχώρησε στην ψυχιατρική μεταρρύθμιση. Έκλεισε πριν από μερικά χρόνια τα άσυλα, όπως της Λέρου (ένα όνειδος του πολιτισμού μας) και μετέφερε τους ψυχικά ασθενείς πολίτες σε δομές (ξενώνες, οικοτροφεία κ.α) οι οποίες δεν χαρακτηρίζονταν μόνο από τις πολιτισμένες συνθήκες ζωής όσο από τις δυνατότητες που έδιναν ώστε να αλλάξει η ίδια η συνθήκη ζωής των ασθενών. Να πάψει ο άνθρωπος να ζει στο περιθώριο.
Αρχικά, το πρόγραμμα αυτό συνάντησε την αντίδραση των «τοπικών», όπως καταχρηστικά ονομάζονται, κοινωνιών. Κάτοικοι γειτονιών μαζί συνήθως με δημάρχους και «φορείς» αντιδρούσαν στη δημιουργία ξενώνων μέσα στην πόλη. Η κυρίαρχη αντίληψη βλέπετε είναι ότι στα προάστιά μας δεν είναι δυνατόν να συγχρωτιζόμαστε με τους «άλλους». Ας πάνε "αλλού". Κι ας είναι γεμάτα τα περίκλειστα διαμερίσματα των "κανονικών", πίσω από τις πόρτες, από βαριές παθογένειες, οι οποίες όμως δεν έχουν (ακόμα) λάβει το «στίγμα» της ψυχικής νόσου- αν και τα ρεκόρ της κατάθλιψης παγκοσμίως δείχνουν ότι σπάνε και τα όρια του μικροαστικού ευπρεπισμού.
Επίσης, αυτές οι νέες δομές δεν ήταν κρατικές, δεν ανήκαν δηλαδή στο δημόσιο ώστε να έχουν εξασφαλίσει τη βιωσιμότητά τους. Έτσι κι ενώ ξεπεράστηκαν τα προβλήματα με τη γειτονιά (στη δικιά μου γειτονιά που υπάρχει ξενώνας, ο κόσμος έχει συνηθίσει σε βαθμό ώστε να ξεχνά την ύπαρξή του), με το που άρχισαν να τελειώνουν τα κονδύλια του προγράμματος αναφάνηκαν τα λειτουργικά προβλήματα (δεν πληρώνονται οι υπάλληλοι, οι λογαριασμοί, τα ενοίκια).
Η κυβέρνηση σήμερα αδυνατεί να κάνει το αυτονόητο: Να αναλάβει την πλήρη χρηματοδότηση των δομών ψυχικής υγείας. Κι ούτε σκέψη να φτιάξει ακόμα περισσότερες, να τις ενισχύσει με ακόμα περισσότερο προσωπικό και εξοπλισμό.
Η αποασυλοποίηση όπως ονομάστηκε αρχικά όλη αυτή η γιγάντια επιχείρηση, και ανεξάρτητα με ποιο μοντέλο υλοποιήθηκε, ήταν ίσως μια από τις σπουδαιότερες κοινωνικές παρεμβάσεις του ελληνικού κράτους από την ίδρυσή του ως σήμερα. Φαίνεται όμως ότι σε συνθήκες οικονομικής κρίσης οι ψυχικά πάσχοντες είναι οι πρώτοι που δεν «χωράνε». Γιατί στην πράξη και η Υγεία είναι θέμα δημοκρατίας. Και στις δικές μας δημοκρατίες δύο είναι οι κυρίαρχες αξίες: Η παραγωγή κέρδους και η δύναμη της ψήφου. Και ο πάσχων άνθρωπος ούτε παράγει, ούτε ψηφίζει. Στην καλύτερη των περιπτώσεων... ας κάτσει στα αυγά του κι ας μην ζητάει πολλά πολλά.
Για μια ακόμα φορά, η βαρβαρότητα απειλεί τον πολιτισμό μας, ακριβώς γιατί ως μέτρο πολιτισμού έχουμε μόνο τη σχέση κόστους- οφέλους. Ή αλλιώς, εδώ πέφτει το χρηματιστήριο, με τους «τρελούς» θα ασχολούμαστε.