Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

Για τον Χαντζό





Η είδηση του θανάτου του Χαντζό ήταν απρόσμενη και βίαιη. Βίαιος είναι ο θάνατος που αυτή τη φορά πήρε έναν ιδιαίτερο άνθρωπο, έναν καλό άνθρωπο. Ο Δημήτρης Χαντζόπουλος, ο φίλος Δημήτρης, ο γιαννιώτης σκιτσογράφος, έφυγε από τη ζωή την Κυριακή. Θα περάσει καιρός να συνηθίσουμε αυτήν την απουσία, αν συνηθίζεται ποτέ κάτι τέτοιο.
Τον Χαντζό τον γνώρισα το 1997 όταν συνεργαστήκαμε στο περιοδικό «Μικρόπολις» και στη συνέχεια όταν συνεργαστήκαμε στον «Ηπειρωτικό Αγώνα» με τον οποίο ήδη εκείνος συνεργαζόταν από το 1992- το τελευταίο σκίτσο του δημοσιεύτηκε το Σάββατο που μας πέρασε. Επειδή πριν ακόμα τον γνωρίσω είχα πειστεί για το μεγάλο του ταλέντο στο σκίτσο, ήταν λίγες φορές έκτοτε που συζητήσαμε για τη γελοιογραφία και τα κόμικς. Για τα παιδιά μας συζητούσαμε συνήθως, όπως μόλις πριν από μια εβδομάδα στη συνήθη συνάντηση κάπου εκεί γύρω από τη Μιχαήλ Αγγέλου. Και για τα καθημερινά βέβαια, για την πόλη, πότε πότε για την αριστερά.
Το σημειώνω αυτό για να τονίσω κάτι που δεν είναι γνωστό σε πολλούς στα Γιάννενα: Ο Χαντζό ήταν ένας καταξιωμένος καλλιτέχνης. Καταξιωμένος στο ευρύ κοινό που τον περίμενε κάθε μέρα στο πρωτοσέλιδο του Ηπειρωτικού Αγώνα, αναγνωρισμένος από τους ομότεχνούς του σε όλη την Ελλάδα.
Αυτό το σημείωμα γράφεται γιατί πιστεύω ότι σε έναν καλλιτέχνη που χάνεται αρμόζει ένας έστω εν θερμώ απολογισμός του έργου του.
Ο Χαντζό είχε λύσει από νωρίς τα καλλιτεχνικά ζητήματα που αντιμετωπίζει ένας σκιτσογράφος. Από τα τέλη του ’70 και μετά δημοσιεύει στο Ποντίκι, στον Ριζοσπάστη, στην Πρώτη. Η γραμμή του ήταν πεντακάθαρη και χαρακτηριστική. Η αντίληψή του για την τέχνη του ήταν στιβαρή, στέρεη. Πολύ γρήγορα αφομοιώνει νέες τεχνικές, δουλεύει το χρώμα, φτιάχνει μεγάλες ιστορίες. Φτιάχνει σκίτσα χωρίς λόγια, σκίτσα πάνω στην τρέχουσα επικαιρότητα, πορτραίτα, κόμικς, παίζει με τις λέξεις.
Νομίζω όμως ότι τα τελευταία χρόνια κάνει κάτι ακόμα σημαντικότερο: κατακτά την αφαίρεση. Οι καλύτερες γελοιογραφίες του είναι πια αφαιρετικές. Με πολύ δυνατό, ώριμο σχέδιο, απομακρύνει από το προσκήνιο τον ψίθυρο της επικαιρότητας και αναδεικνύει πια το ουσιώδες, την ψυχή των πραγμάτων. Και η ματιά του είναι πάντα λαϊκή, φιλική με τον κατατρεγμένο άνθρωπο, δίπλα σε αυτόν που παλεύει για να ζήσει, κόντρα σε κάθε εξουσία.
Το έργο του παρουσιάστηκε σε μια μεγάλη έκθεση το 2002 στο Καφεθέατρο Σταθμός με την υποστήριξη του Ηπειρωτικού Αγώνα από τον οποίο εκδόθηκε και το λεύκωμά του «Χαντζο… μάρες». Έκθεση έργων του είχε γίνει και τον Ιούνιο στο Οικολογικό Φεστιβάλ στο Κάστρο.
Πρέπει να τονιστεί ότι πιθανά να πρόκειται και για μοναδικό φαινόμενο στον επαρχιακό Τύπο, αυτή η τόσο μακρόχρονη και υψηλού επιπέδου σχέση μεταξύ μιας εφημερίδας κι ενός γελοιογράφου. Ο Χαντζό συμμετείχε ακόμα σε πολλές πανελλαδικές εκθέσεις γελοιογραφίας και έχει βραβευθεί. Τα τελευταία χρόνια δημοσίευσε και στη «Γαλέρα» (www.galera.gr όπου και η γελοιογραφία πάνω) στην οποία μπορεί κανείς να δει δουλειά του μέχρι και το προτελευταίο τεύχος όπως και στην προσωπική του ιστοσελίδα http://hantzo.gr (από όπου και η αυτοπροσωπογραφία).
Σε όλη του τη ζωή ήταν ένας άνθρωπος της αριστεράς κι ένας ευαισθητοποιημένος πολίτης.
Ο Δημήτρης γεννήθηκε το 1952 στη Ράμια, στα Τζουμέρκα. Δίδαξε σχέδιο ως εκπαιδευτικός σε εκατοντάδες νέους της πόλης.
Ο χαμός του λύπησε χιλιάδες Γιαννιώτες και αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει αύριο.

Τρίτη 17.2.09: Η κηδεία του Χαντζό έγινε σήμερα το πρωί. Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε στον μητροπολιτικό ναό στα Γιάννενα, παρουσία χιλιάδων ανθρώπων. Πολλά στέφανα, πολλές δωρεές στη μνήμη του, τοπικές αρχές, εκπρόσωποι των κομμάτων, πολλοί συνάδελφοί του από την εκπαίδευση, πολλοί συγχωριανοί. Όλοι αυτοί, χωρίς επισημότητες, κινούμενοι από την προσωπική τους ανάγκη να βρεθούν κοντά σε έναν άνθρωπο που γνώρισαν. Θα μπορούσε όλα αυτά να λειτουργήσουν εκτονωτικά, να παρηγορήσουν όπως κάνουν συνήθως οι τελετές. Ήταν όμως ο λόγος των δύο από τους τρεις γιους του, λίγο πριν από το τέλος της ακολουθίας, που ήχησε σπαρακτικά. Κυρίως γιατί θύμισε ότι ο Χαντζό ήταν ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας- πατέρας, σύζυγος, φίλος, συνάδελφος- που τίμησε με τη ζωή του αυτό που λέμε κοινωνία. Ήταν ένας άνθρωπος ανάμεσα σε πολλούς συνανθρώπους, κι εν τέλει αυτό είναι ένα κορυφαίο επίτευγμα ζωής. Ποιος άραγε μπορεί να πει σήμερα ότι είναι άνθρωπος μέσα σε αυτόν τον απάνθρωπο κόσμο που ζούμε; Ποιος τιμά αυτό το "συν" δίπλα στον άνθρωπο;
Ο Χαντζό, θα καταγραφεί αργότερα στην ιστορία της πόλης, ως ένας από τους λίγους καλλιτέχνες της κι ως ένας από τους λίγους συμπολίτες που είχαν την έγνοια της πόλης. Αργότερα, όμως, όταν θα φανεί το κόστος της απουσίας του.Η κηδεία του έγινε το μεσημέρι στη Ράμια.